ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Το παιχνίδι με καθρέφτες
Του Γιώργου Καρβουνιάρη Δημοσιογράφος, Αν. Γραμματέας Τομέα Επικοινωνίας ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής
Υπάρχει ένα παράδοξο στην ελληνική δημόσια σφαίρα. Όσο το ΠΑΣΟΚ αναδεικνύει ζητήματα διαφθοράς, θεσμικής εκτροπής και κυβερνητικής αλαζονείας, τόσο λιγότερο αυτά τα θέματα βρίσκουν χώρο στην κεντρική επικαιρότητα. Αντίθετα, υπερπροβάλλεται οτιδήποτε μπορεί να παρουσιαστεί ως εσωκομματική διαφωνία. Έτσι λειτουργεί ένας μηχανισμός αποπροσανατολισμού που τελικά εξυπηρετεί μόνο έναν πολιτικό στόχο — να μην συζητά η κοινωνία για την ουσία της κυβερνητικής πολιτικής.
Η συντριπτική πλειοψηφία των μεγάλων Μέσων Ενημέρωσης είναι εχθρική απέναντι στο ΠΑΣΟΚ. Δεν είναι απλώς μια δημοσιογραφική στάση κριτικής. Σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για ένα πλέγμα σχέσεων που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με οικονομικά συμφέροντα, με κέντρα επιρροής και συχνά με τις ίδιες δημοσκοπικές εταιρίες που διαμορφώνουν το κλίμα της πολιτικής συζήτησης. Χώρος δίνεται σχεδόν αποκλειστικά σε στελέχη που ασκούν δημόσια κριτική στο κόμμα τους, ενώ οι πολιτικές παρεμβάσεις, οι προτάσεις και οι αποκαλύψεις περνούν σχεδόν αθόρυβα.
Έτσι εξαφανίζονται από την πρώτη γραμμή της επικαιρότητας σοβαρά ζητήματα που αφορούν την κυβερνητική πολιτική. Σκάνδαλα που αναδεικνύει το ΠΑΣΟΚ, αποκαλύψεις που φέρνουν στο φως ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι ή μέσα του εξωτερικού που δεν έχουν καμία σχέση με την εγχώρια διαπλοκή, σπάνια καταφέρνουν να κυριαρχήσουν στον δημόσιο διάλογο. Τη θέση τους παίρνει η εικόνα μιας δήθεν μόνιμης εσωστρέφειας — ποτέ η ουσιαστική σύγκρουση με την κυβέρνηση.
Το αποτέλεσμα είναι προφανές. Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για πολιτική αλλαγή, το πρόγραμμα του κόμματος και οι πολιτικές πρωτοβουλίες που λαμβάνονται, βγαίνουν από την πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Κάποιες φορές ακόμη και από την τελευταία. Ένα κόμμα που έχει ολοκληρωμένες θέσεις για την οικονομία, το κράτος δικαίου, την κοινωνική πολιτική και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, εμφανίζεται στον δημόσιο διάλογο σχεδόν αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της εσωτερικής κριτικής.
Αξίζει να αναρωτηθεί κανείς τι θα συνέβαινε αν έστω το ένα δέκατο αυτού του χρόνου αφιερωνόταν στην ουσιαστική πολιτική συζήτηση. Αν προβάλλονταν οι προγραμματικές θέσεις του ΠΑΣΟΚ. Αν αναδεικνύονταν οι πολιτικές του προτάσεις και οι πρωτοβουλίες του. Αν οι δημοσκοπικές εταιρίες υποχρεώνονταν να θέτουν πραγματικά ερωτήματα προς την κοινωνία: Θεωρείτε διεφθαρμένη την κυβέρνηση; Ποιος έχει την ευθύνη για τα φαινόμενα διαφθοράς; Ποιον εμπιστεύεστε περισσότερο για τη διαχείριση του κράτους; Ποιο πρόγραμμα θέλετε να εφαρμοστεί στη χώρα;
Η δημόσια συζήτηση θα ήταν πολύ διαφορετική. Και μαζί της θα ήταν διαφορετική και η εικόνα που διαμορφώνεται για το πολιτικό σκηνικό.
Η ευθύνη όμως δεν αφορά μόνο τα μέσα ενημέρωσης. Αφορά και εμάς. Τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ σε όλες τις βαθμίδες. Όταν η ενέργεια που αφιερώνεται σε δημόσιες αιχμές ή προσωπικές διαφοροποιήσεις είναι μεγαλύτερη από αυτή που αφιερώνεται στην υπεράσπιση του προγράμματος και των πολιτικών μας θέσεων, τότε ο μηχανισμός αποπροσανατολισμού λειτουργεί ακόμη πιο εύκολα.
Η κοινωνία δεν ζητά από το ΠΑΣΟΚ να συμφωνούν όλοι σε όλα. Ζητά καθαρό πολιτικό στίγμα, ενότητα στόχου και μαχητική παρουσία απέναντι σε μια κυβέρνηση που έχει μετατρέψει την εξουσία σε μηχανισμό εξυπηρέτησης συμφερόντων. Οι πολίτες περιμένουν από τα στελέχη της παράταξης να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της κοινωνικής και πολιτικής μάχης.
Αν όλα τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ υπερασπίζονταν με την ίδια μαχητικότητα το πρόγραμμα και τις πολιτικές του θέσεις με την οποία ορισμένοι επιλέγουν να εκφράζουν δημόσια τις διαφωνίες τους, αν έβγαιναν στη κοινωνία και έδιναν με πάθος τον κοινό αγώνα για πολιτική αλλαγή, τότε το πραγματικό ερώτημα θα γινόταν ακόμη πιο καθαρό.
Για πόσο ακόμη, με πόσα ψέματα και με πόσους ακόμη πακτωλούς χρημάτων που τροφοδοτούν την προπαγάνδα και την παραπληροφόρηση, θα μπορούσε να σταθεί η Νέα Δημοκρατία απέναντι σε μια κοινωνία που ζητά δικαιοσύνη, διαφάνεια και αξιοπρέπεια στη δημόσια ζωή;
