Connect with us

ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ

Έτσι μάθαμαν γράμματα

blank

Δημοσιεύτηκε

στις

244
blank

του Χρήστου Σακαρίκα

Γράφω αυτό το κείμενο με αφορμή το βιβλίο 19 Ηπειρωτών και μου ξύπνησε μνήμες. Μνήμες, που καταπιέζει η γκρίζα εποχή μας, όχι μόνο σε εμένα, αλλά σε ολόκληρη τη γενιά μου, εξαναγκάζοντάς μας να ξεχάσουμε. Να τα καλύψει η λήθη, να μην τα μάθουν οι νεώτεροι. Γιατί τότε, θα ξέρουν πως τίποτα δεν είναι δεδομένο, θα ξέρουν πόσο εύκολο είναι να ξαναβρεθεί ένας λαός στην ίδια θέση. Όμως, όποιος ξεχνάει το παρελθόν του ξεκόβει από τις ρίζες του και τότε παρασέρνεται από τους ανέμους των τηλεοπτικών συνθημάτων και τα κελεύσματα των λαοπλάνων πολιτικών.
Αισθάνομαι τυχερός που γεννήθηκα σε τούτη τη χώρα, γιατί αυτή η πατρίδα μας κληροδότησε δυο σπουδαία πράγματα: τη γλώσσα και την Ιστορία. Η δυστυχία είναι πως ούτε το πρώτο, αλλά ούτε και το δεύτερο, τιμούμε όπως του πρέπει.
Τα παιδιά μας δεν ξέρουν Ιστορία και για επικοινωνία χρησιμοποιούν μια αργκό 300 λέξεων το πολύ. Πάει, χάθηκε πλέον ο πλούσιος μεστός λόγος που χαρίζει απλόχερα η γλώσσα μας.

Όταν σπούδαζα, η κυρίαρχη εταιρία υπολογιστών και γραφομηχανών στον κόσμο ήταν η ΙΒΜ. Δεν υπήρχε μέρα να μην αναφερθεί το λιγότερο από 50 φορές. Η ΙΒΜ έκανε ετούτο, η ΙΒΜ έκανε το άλλο… Οι υπάλληλοί της φορούσαν μπλε κουστούμι και μπλε γραβάτα, το εξωτερικό των μηχανημάτων της ήταν μπλε, γι’ αυτό άλλωστε την είχαν ονομάσει «η μεγάλη μπλε». Στη συνείδησή μου η ΙΒΜ ήταν κυρίαρχη. Έτσι, ο πρώτος μου υπολογιστής ήταν ΙΒΜ και ο πρώτος μου φορητός επίσης ΙΒΜ. Όμως, νεώτερες και πιο ευέλικτες εταιρίες εμφανίστηκαν στην αγορά και η ΙΒΜ αφού πούλησε το τμήμα των μικρών υπολογιστών στην κινεζική Lenovo, περιορίστηκε στα πολύ μεγάλα συστήματα και την πρωτοπόρο έρευνα.
Όταν για μια παρουσίαση στα παιδιά του λυκείου άνοιξα το φορητό υπολογιστή, εκείνα βλέποντας το σήμα «ΙΒΜ» με ρώτησαν. «Τι είναι αυτό;» Έμεινα άναυδος όταν διαπίστωσα πως κανένα από τα 32 παιδιά δεν ήξερε την ΙΒΜ.
Συνειδητοποίησα πόσο εύκολο είναι να ξεχαστεί κάτι, παντελώς, μέσα σε λιγότερο από 10 χρόνια! Όσο μεγάλο κι αν είναι.
Κάτι ήξερε ο Μητσοτάκης όταν έλεγε πως….. «σε δέκα χρόνια το πολύ, κανένας δεν θα θυμάται τη Μακεδονία!». Ποιος να νοιαστεί για τη μικρασιατική καταστροφή που έγινε πριν 90 και κάτι χρόνια, την κατοχή και τον εμφύλιο που ακολούθησε, τη χούντα και το Πολυτεχνείο.
«Γιορτάζουμε το Πολυτεχνείο γιατί τα παιδάκια μπήκαν μέσα και κάποιοι τους έκλεισαν την πόρτα», έλεγε ένα μικρό κοριτσάκι κάποτε και με έκανε να γελάω. Ρωτήστε για το πολυτεχνείο, τα κάπως μεγαλύτερα παιδάκια, αυτά που τελείωσαν λύκειο και μην εκπλαγείτε αν η απάντησή τους είναι.. «και τι με νοιάζει εμένα για αυτά που έγιναν πριν 40 χρόνια, εγώ περιμένω με αγωνία να κυκλοφορήσει το νέο iPhone!»
Έχουν απόλυτο δίκιο εκείνοι που λένε πως μέσα σε μια γενιά (20-25 χρόνια) είναι αρκετό να αλλάξεις τελείως ένα λαό και από το «114, Πρώτοι στη μόρφωση, πρώτοι στον αγώνα», να τους κάνεις τη γενιά του, «Ωχ αδερφέ, καλά περνάμε, τι σκας, δεν έχουμε ακόμα να φάμε;»
Είναι τα παιδιά που δεν έζησαν με τα συσσίτια της Ούντρα, το κίτρινο λιπαρό τυρί και το σκονόγαλο, την πείνα, το κούρεμα γουλί για τις ψείρες, τα ρούχα, που από τα πολλά μπαλώματα δεν ήξερες ποιο ύφασμα ήταν το αρχικό, την ξυπολησιά, το στρίμωγμα στις τάξεις και την αγριλίσια λούρα που «βαγγάνιζε» στον αέρα πριν προσγειωθεί στην παλάμη και την κάνει να «φουρδακλιάσει».
Όταν η λούρα σε χτύπαγε, τότε δεν ένοιωθες μόνο πόνο, ένοιωθες να σε ακουμπάει καυτό σίδερο και για μέρες δε μπορούσες να κλείσεις την παλάμη και να κάμψεις τα δάχτυλα.
Είναι τα σύγχρονα παιδιά, που γεννήθηκαν από στερημένους γονείς, που με τη σειρά τους φρόντισαν, στο μέτρο του δυνατού, να μην τους λείψει τίποτα. Αυτά τα παιδιά που δε φύλαξαν τα γίδια και τα πρόβατα, που δεν μάζεψαν καλαμπόκι κάτω από το λιοπύρι στο χωράφι, που δεν θαύμασαν το γαλαξία, όταν τη νύχτα με τη λάμπα πετρελαίου ξεφλούδιζαν στο αλώνι τις ρόκες του καλαμποκιού. Που δεν αγωνιούσαν αν θα πέσει βροχή να μεγαλώσουν τα σπαρτά, που δεν γέμισαν το αμπάρι με σιτάρι, καλαμπόκι, φασόλια και βρώμη για τα ζωντανά. Που δεν μάζεψαν το χορτάρι θημωνιές. Που δεν περπάτησαν χιλιόμετρα για να πάνε στο σχολείο. Δεν γεύτηκαν την «πυρωμένη» φέτα του μπαγιάτικου ψωμιού, (μιας βδομάδας και βάλε, αρκεί να μην έχει κλωστές μούχλας), για να διαπιστώσουν πως ακόμη και αυτό είναι νοστιμότατο άμα πεινάς. Δεν έψαχναν λίγη ξαποστασιά, για να βγάλουν τα αγκάθια, από τις γυμνές πατούσες των ποδιών τους με το βελόνι . Ούτε φόρεσαν τα μαύρα, λαστιχένια τραχτερωτά παπούτσια της ΕΛΒΙΕΛΑ. Κι αφού δεν τα αισθάνθηκαν όλα αυτά, τότε δε διδάχτηκαν την πραγματική ζωή με το σκληρό της πρόσωπο. Όλα τους ήρθαν βολικά. Είναι τα υπέρ-προστατευμένα παιδιά που όλα τα θεωρούν δικαίωμά τους και τίποτα υποχρέωσή τους. Για αυτά τα παιδιά όλα έπρεπε να είναι εύκολα για να μην τα πληγώσουμε! Αλλά σφάλαμε, κι έτσι έρχεται η ίδια η ζωή και τα πληγώνει.
Οι προηγούμενες γενιές και η δική μου ήταν ξυπόλυτες, ρακένδυτες και πεινασμένες, που όμως έμαθαν γράμματα. Ήταν συνηθισμένη η φράση πως «οι άγονες περιοχές, βγάζουν φωτεινά μυαλά». Αυτά τα φωτεινά μυαλά τα ενεργοποιούσε η ανάγκη, η φτώχεια, οι δυσκολίες και η ελπίδα μιας καλύτερης ζωής. Αυτά σου τράνωναν τη δίψα για τα γράμματα. Αυτά σε πείσμωναν, αυτά σε δυνάμωναν, αυτά σε προέτρεπαν να διακριθείς.
Πολλά παιδιά αν έμπαιναν στο Πανεπιστήμιο, δεν εγγράφονταν αμέσως, γιατί έπρεπε να πιάσουν πρώτα δουλειά για να «βγάλουν» τα χρήματα της εγγραφής. Τα βιβλία τα αγόραζες και δεν είμαι βέβαιος αν υπήρχαν φοιτητικές εστίες, πλην εκείνων που είχαν φτιάξει κάποιοι ευεργέτες.
Τότε, τα πρώτα γράμματα τα έγραφες πάνω στην πλάκα με το κονδύλι. Προχωρώντας έπαιρνες μελανοδοχείο και πένα. Αργότερα ήρθε το μολύβι φάμπερ, το τετράδιο και το στυλό διαρκείας. Τότε το βιβλίο το σεβόσουν. Τώρα το βιβλίο, το μέσον που σε μορφώνει, που είναι δωρεάν, το σκίζεις και το καίς ως ανταπόδοση για το καλό που σου έκανε. Τώρα έχεις τον υπολογιστή παλάμης με μνήμη που χωράει ολόκληρη βιβλιοθήκη, αλλά λείπει το συναισθηματικό δέσιμο με το αγαπημένο σου βιβλίο.
Γιατί, για εμάς, το βιβλίο, εκτός από πηγή γνώσης, ήταν και κόσμημα. Τότε μπορεί οι μαθητές να ήταν νηστικοί και ξυπόλητοι, αλλά οι δάσκαλοι ήταν φωτισμένοι. Αυτό το λειτούργημα που έκαναν, το επέλεγαν, κι όχι επειδή η τύχη και ο αριθμός των μορίων στις πανελλαδικές τους έριχνε σε μια σχολή που τυχαίνει να βγάζει δασκάλους.
Τότε, έβλεπες τη διαφορά ανάμεσα στο τυχερό αγόρι, που του επέτρεπαν να σπουδάσει και στο άμοιρο κορίτσι, που πολλές οικογένειες με αγράμματους γονείς δεν επέτρεπαν να πάει πέρα από το Δημοτικό, για να μην ξεφύγει από την εποπτεία του σπιτιού και «ξοκείλει». Γιατί τότε αν ήθελες να σπουδάσεις, έπρεπε να είσαι ένας μικρός ήρωας στη διαρκή μάχη απέναντι σε ένα μη φιλικό περιβάλλον. Κι όμως μάθαμε γράμματα. Αλλά κυρίως εκτιμήσαμε αυτό που μάθαμε. Γιατί τα μάθαμε δύσκολα. Γιατί τίποτα δεν μας χαρίστηκε.

Την ώρα που κουβέντιαζα με τη δασκάλα, πέρασε ένας μικρός μαθητής και με χαιρέτησε.
«Τον θυμάσαι τον κύριο;», ρώτησε η δασκάλα.
«Ναι, αυτός μας έδειξε πέρυσι πως λειτουργούν τα ρομπότ», απάντησε ο πιτσιρικάς και έφυγε. «Αδύνατος μου φαίνεται», είπα. «Όχι αδύνατος, ισχνός είναι», μου είπε εκείνη. «Κάνω όμως ό,τι μπορώ» και άνοιξε την πόρτα του ψυγείου για να μου δείξει το γάλα, το βούτυρο, τις φέτες τυριού και το ψωμί για τοστ.
«Όσα παιδιά «ξεχνούν», (εγώ ξέρω πως δεν έχουν), να φέρουν μαζί τους κολατσιό, βρίσκω τρόπο, (για να μην πληγωθούν περισσότερο, αυτά τα ήδη πληγωμένα παιδιά) και τους δίνω να φάνε. Ό,τι μπορώ. Μη νομίζετε πως ο μισθός της δασκάλας φτάνει να ζήσει η ίδια, η οικογένειά της και να δώσει κολατσιό και στα παιδιά. Όμως αυτό με κάνει περήφανη. Με κάνει να χαίρομαι!». Αυτή (και οι όμοιές της) είναι η άλλη δασκάλα! Γιατί ξέρει να δίνει και μαθήματα ζωής. Δίνει όχι μόνο μέρος του μισθού της, αλλά και του ίδιου του εαυτού της.
Όπως κάποτε που ο παλιός δάσκαλος κάτω από άθλιες συνθήκες, έδινε μέρος του εαυτού του. Βυθιστείτε στο χρόνο, κοιτάξτε μέσα σας και τότε θα δείτε πόση επίδραση είχε στη ζωή σας ο φωτισμένος δάσκαλος.
Τότε, σε αντίξοες συνθήκες μας μάθαινε γράμματα! Όχι πως και τώρα δεν γίνεται. Αλλά γίνεται από τόσο λίγους, σε μια περίοδο που δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι είναι πολύ χειρότερη από εκείνη του πολέμου και της οικονομικής φτώχειας.
Σήμερα έχουμε φτώχεια ονείρων, φτώχεια προοπτικής, φτώχεια αξιών.
Κάποτε ο δάσκαλος ήταν ο θεματοφύλακας των αξιών στο χωριό, ήταν το πρότυπο των μαθητών αλλά και των γονέων. Σήμερα κατάντησε ένας δημόσιος υπάλληλος που θέλει να κάνει το «στεγνό» πρόγραμμα που του επιβάλλουν οι γραφειοκράτες του υπουργείου και να φύγει. Τίποτα παραπάνω. Και για το κατάντημα αυτό φέρει ο ίδιος ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης.

Έκανα μεγάλη προσπάθεια πηγαίνοντας στα σχολεία, (όταν μου επέτρεπαν), να δείξω στα παιδιά, (ύστερα από 45 χρόνια εμπειριών), πώς θα είναι ο αυριανός κόσμος που πρέπει να αντιμετωπίσουν. Χαρακτηριστική ήταν η αντιμετώπιση ενός νέου δασκάλου σε χωριό μας, όταν του πρότεινα να ενημερώσω τα παιδιά, τότε εντυπωσιάστηκε…
«Δώστε μου λίγο χρόνο, να ζητήσω άδεια», μου είπε. Λίγες μέρες αργότερα μου τηλεφώνησε.
«Ξέρετε, ρώτησα τους ντόπιους δασκάλους, τους παλιότερους και μου είπαν… μη μπλέκεις με τέτοια, κάνε το πρόγραμμα για να ’χεις το κεφάλι σου ήσυχο!».
Και δεν έγινε παρουσίαση, ούτε εκεί ούτε σε πολλά άλλα σχολεία.
Τι δουλειά έχει ένας απόμαχος στο δικό μας χώρο, που νιώθουμε λίγο ιδιοκτήτες του!

Advertisement

Σε κάθε δύσκολη στιγμή του έθνους μας, ήταν ο δάσκαλος που αναπτέρωνε το ηθικό, που άναβε το «προσάναμμα» στις ψυχές των παιδιών, που συντηρούσε τη φλόγα στις ψυχές των μεγάλων. Γι’ αυτό οι μεγάλοι δάσκαλοι έμειναν στην ιστορία. Σήμερα το έθνος, όσο τίποτα άλλο, έχει ανάγκη από δάσκαλο επαναστάτη μέσα σε ετούτο το βούρκο που μας κύλισαν η τάξη που διαφεντεύει τον τόπο και οι πολιτικοί μας. Αλλά ο δάσκαλος σήμερα, αντί για λειτουργός συνήθως προτιμάει να γίνει και να παραμείνει δημόσιος υπάλληλος.
Έτσι τον έκανε το πολιτικό μας σύστημα. Αντί σήμερα να βγάλει επαναστάτες μαθητές, βγάζει αδιάφορους, που έχουν αποστηθίσει ένα σωρό άχρηστες πληροφορίες και που δεν πρόκειται να τους χρησιμεύσουν σε τίποτα, όταν γίνουν πολίτες. Τότε, ως πολίτες, τους θέλει το σύστημα άβουλους για να τους χειραγωγεί. Γιατί αν δεν μας χειραγωγούσε τότε θα ρωτούσαμε.
«Καλά πού τα βρίσκετε τόσα λεφτά και μας τα χαρίζετε ως επιδοτήσεις;
Ποιός είναι αυτός που σκορπάει λεφτά έτσι για πλάκα;
Αν ξηλώσουμε τα αμπέλια μας, αν σταματήσουμε τα καπνά μας, αν «κόψουμε» τα ξύλινα σκαριά των αλιευτικών μας, αν αδρανοποιήσουμε τα ναυπηγεία μας, αν ξεμάθουμε να δουλεύουμε, τότε πώς θα ζήσουμε;
Μήπως κάποτε έρθει και η ώρα του λογαριασμού;
Κι αν έρθει με τι θα τον πληρώσουμε;
Μήπως ξεπουλώντας τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, τα τρένα, τα φιλέτα Ελληνικής γης, μήπως ακόμη τα χωράφια που καλλιεργούμε και τα σπίτια που μένουμε;».
Από το 1981 και δώθε, η Ελλάδα πήρε 650 δισ. ευρώ δάνεια, 300 δισ. ευρώ καθαρές επιδοτήσεις και 25 δισ. ευρώ άτοκες επενδυτικές χορηγήσεις.
Πού πήγαν όλα αυτά τα λεφτά;
Βλέπετε, ο ξεπεσμός μας ήταν πρώτα ξεπεσμός αξιών και κατόπιν κατέληξε σε οικονομική εξαθλίωση.
Τώρα όμως, ήρθε η ώρα του λογαριασμού.
Ήρθε και μας βρήκε απροετοίμαστους. Γιατί δεν είχαμε μάθει όλοι και κυρίως οι νεώτεροι, γράμματα. Μαθαίνω γράμματα δε θα πει, λύνω διτετράγωνες εξισώσεις, αλλά μπορώ να σκέπτομαι δημιουργικά. Παλιά, τα μέσα που είχαμε ήταν φτωχά, όμως μαθαίναμε πώς να τολμούμε, πώς να δημιουργούμε, πώς να ξεφεύγουμε από τις δυσκολίες, πώς να νικάμε στη ζωή. Αυτό θα πει μαθαίνω γράμματα! Όταν οι γονείς μας έστελναν στο σχολείο, δε μας έλεγαν «μάθε γράμματα για να γίνεις σπουδαίος», αλλά, «μάθε γράμματα για να γίνεις άνθρωπος!»

Έντυπη έκδοση 203  – 10/2015

  Ακολουθήστε το e-maistros.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Continue Reading
Advertisement
2 Comments

2 Comments

  1. blank

    ΠΕΤΡΟΣ

    07/04/2016 at 16:00

    και πράτεις οτι κριτικάρεις….

  2. blank

    Σωκράτης Ζαραβίνας

    23/05/2016 at 20:23

    Το άρθρο σας ήταν πολύ ωραίο! Πρέπει να προβληματιστούμε με αυτά που γράψατε και να μπούμε στη θέση αυτών των παιδιών. Μόνο έτσι θα καταλάβουμε πόσο τυχεροί είμαστε εμείς σήμερα, και να εκμεταλλευτούμε τις ευκαιρίες που μας δίνονται.
    Με εκτίμηση ο μαθητής σας Σωκράτης.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

two × 2 =