Connect with us

LIFESTYLE

Μπίλλυ Παπανίκος – Μια ζωή σαν μυθιστόρημα

Δημοσιεύτηκε

στις

39

Η ζωή μου – Από την Αμφιλοχία στον κόσμο, με χιούμορ, ταξίδια, μουσική και περιπέτειες

Ο Μπίλλυ Παπανίκος γεννήθηκε στην Αμφιλοχία το 1946 και έζησε μια ζωή που μοιάζει περισσότερο με σενάριο ταινίας παρά με συνηθισμένη βιογραφία. Από μαθητής που ονειρευόταν να σπουδάσει σχεδιαστής αυτοκινήτων στο Σικάγο, μέχρι τραγουδιστής στα κέντρα της Αλεξανδρούπολης, υπάλληλος στα μεγάλα έργα της Αθήνας και ταξιδευτής σε όλες τις γωνιές του κόσμου, η διαδρομή του είναι γεμάτη περιπέτειες, χιούμορ, λάμψη αλλά και δυσκολίες.

Τα πρώτα χρόνια
Γεννήθηκα στην Αμφιλοχία στις 17 Σεπτεμβρίου 1946, ημέρα αφιερωμένη στη Σοφία, την Πίστη, την Αγάπη και την Ελπίδα. Στο Γυμνάσιο Αμφιλοχίας έφτασα μέχρι την Γ΄ τάξη. Μα η ανήσυχη φύση μου δεν μου επέτρεπε να μείνω• ήθελα να φύγω, να δω τον κόσμο.
Το όνειρό μου ήταν να σπουδάσω σχεδιαστής μοντέλων αυτοκινήτων στο Σικάγο. Ο πατέρας μου δέχτηκε, έπειτα από παρότρυνση του φίλου του, διευθυντή της Ιονικής Τράπεζας. Έτσι βρέθηκα στην Αθήνα, μαθητής στο αυστηρό 2ο Γυμνάσιο Αχαρνών. Εκεί συμμαθητής μου ήταν ο μετέπειτα διάσημος πλαστικός χειρουργός Ανδρέας Φουστάνος, ενώ από τα ίδια θρανία είχαν περάσει ο Τσαρούχης, ο Λουντέμης και άλλοι.
Παράλληλα πήγαινα στην ΠΑΛΜΕΡ Σχολή εργοδηγών και μάθαινα Αγγλικά στον Περαντώνη. Ήμουν καλός στην έκθεση, τόσο που μια δασκάλα με έβαλε να διαβάσω το γραπτό μου μπροστά σε όλους – μα επειδή δεν πίστευε ότι το έγραψα εγώ, με κατέβασε.
Ως τα Χριστούγεννα μάζεψα 140 απουσίες. Έτσι ο πατέρας μου με γύρισε πίσω στην Αμφιλοχία, όπου δούλεψα εφτά μήνες σε αποθήκη ψιλικών.

Στα Δημόσια Έργα
Το 1964, με την κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, διορίστηκα στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων. Οι τρεις συνάδελφοί μου στάλθηκαν να κρατούν σημαιάκια στα έργα της Μεσογείων. Εγώ, καλοντυμένος, πήγα στο γραφείο του διευθυντή.
– «Τι γνώσεις έχεις παιδί μου;» με ρώτησε.
– «Δευτεροετής στο μικρό πολυτεχνείο», απάντησα.
Έτσι με έστειλε στον κορυφαίο μηχανικό Βεντουράτο. Επί των ημερών μου έγιναν ο περιφερειακός του Λυκαβηττού, η οδός Ηλιουπόλεως, έργα στη Συγγρού, στον Πειραιά, στη Νίκαια.

Στρατός: φυλακές, λιποταξίες και τραγούδια
Το 1966 παρουσιάστηκα στο στρατό. Λιποτάκτησα για τέσσερις μήνες, καταδικάστηκα και έφαγα τρεις μήνες φυλακή στον Μπογιάτη, μαζί με τους στρατιωτικούς του «ΑΣΠΙΔΑ».
Στην Αλεξανδρούπολη, όπου υπηρέτησα ως το 1969, τραγουδούσα τα βράδια στα κέντρα «Σπηλιά του Κύκλωπα», «Σούλα» και «Καραμάτσου».
Οι ιστορίες εκείνης της εποχής έγιναν ανέκδοτα. Στις ασκήσεις έμενα στη σκιά αντί να ανεβαίνω το βουνό. Όταν με ρώτησαν γιατί δεν φάνηκα, απάντησα: «Μα δεν με τραυμάτισε ο εχθρός;». Όταν με έβαλαν να κουβαλήσω μήλα για τον λόχο, είπα: «Βρείτε έναν από τους άλλους 149». Έτσι βρέθηκα στο γραφείο του λοχαγού, όπου κανόνιζα τις εξόδους των φαντάρων.

Advertisement

Στην αθηναϊκή νύχτα
Μετά τον στρατό δούλεψα σε μεγάλα αθηναϊκά μαγαζιά. Στον «Λεωνίδα» στη Βαρυμπόμπη – το ακριβότερο της εποχής, με πελάτες βουλευτές, επώνυμους και μέχρι και τον βασιλιά Κωνσταντίνο με την Άννα-Μαρία. Στα «Καλαμπόκα», «Μπόκαρη», «Κανιόγλου», στο «Νησιά» του Χίλτον.
Ήταν χρόνια λάμψης και γνωριμιών. Ποτέ δεν κυνήγησα το χρήμα – κυνήγησα εμπειρίες.

Ταξίδια στον κόσμο
Η μεγάλη αγάπη μου ήταν τα ταξίδια. Βρέθηκα σε Αίγυπτο, Αλεξάνδρεια, Βυρηττό, Σιγκαπούρη, Κεϋλάνη, Μεξικό, Νέα Καληδονία, Φορμόζα, Ολλανδία, Τζαμάικα, Χονολουλού, Οδησσό, Ιταλία, Ισπανία, Κανάριους.
Στο Μεξικό ένιωσα πως θα μπορούσα να μείνω για πάντα – και είναι κάτι που μετανιώνω που δεν έκανα.
Χαραγμένη στη μνήμη μου μένει η τυχαία συνάντηση στο αεροδρόμιο Ορλί με τον Μίκη Θεοδωράκη, τη Φαραντούρη, τον Καλογιάννη. Ο Μίκης με ρώτησε: «Θα πέσει η Χούντα;». Κι εγώ ήξερα πως η Ιστορία ετοιμαζόταν να αλλάξει σελίδα.

Ανέκδοτες ιστορίες
Η ζωή μου είχε πάντα δόση χιούμορ. Στην εποχή Παπαθεμελή, που τα μαγαζιά έπρεπε να κλείνουν στις 2, εγώ το τράβηξα ως τις 4. Στο δικαστήριο η πρόεδρος με ρώτησε:
– Γιατί παραβήκατε το ωράριο;
– Είχαμε αρραβώνες, κυρία πρόεδρε, κι επειδή η νύφη ήταν μεγαλούτσικη, γλεντήσαμε λίγο παραπάνω.
– Αθώος! απάντησε η πρόεδρος.

Φίλοι και προδοσίες
Με πίκρανε ένας «φίλος» που εμπιστεύτηκα. Μα με στήριξαν συγχωριανοί που δεν τους είχα δώσει τίποτα: ο Τομαράς, ο «Άγριος», ο Μιμιγιάννης, ο Τρομπούκης, ο Δασκαλάκης. Αυτούς δεν θα τους ξεχάσω ποτέ.
Κι αν κάτι οφείλω, είναι στην Αμφιλοχία και τα γύρω χωριά. Κάθε μαγαζί που άνοιξα, το στήριξαν.

Δεν υπήρξα ποτέ λάτρης του χρήματος. Υπήρξα λάτρης της ζωής. Πέρασα καλά. Πολύ καλά. Έζησα φυλακές, λιποταξίες, τραγούδια, ταξίδια, δικαστήρια, φιλίες, προδοσίες, γλέντια και γέλια.
Μετανιώνω μόνο για δύο πράγματα: που δεν έμεινα στο Μεξικό και που εμπιστεύτηκα λάθος άνθρωπο. Όλα τα άλλα; Θα τα ξανάκανα.

Advertisement

Γιατί η ζωή, όταν τη ζεις χωρίς φόβο, γίνεται το ωραιότερο μυθιστόρημα

Ακολουθήστε το e-maistros.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις