ΠΡΟΤΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ
«…ΚΑΠΟΤΕ ΣΕ ΜΙΑ ΧΩΡΑ…»
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΤΑΦΛΟΥ
(του πρώτου δασκάλου του Δημ. Σχολείου Ξερακιάς Βάλτου το 1962)
ΑΠΟ ΤΟ ΛΑΟΓΡΑΦΟΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟ «…ΚΑΠΟΤΕ ΣΕ ΜΙΑ ΧΩΡΑ…» « Η αντάρτισσα » « Δραματικό Διήγημα»
Στο σημείο αυτό ζητώ από τον αναγνώστη να μου επιτρέψει να κάνω μια παρένθεση για το μεγάλο μακελειό που προξένησε ο εμφύλιος σπαραγμός του 1944-49 και ο οποίος προκλήθηκε από τους ίδιους τους Έλληνες. Η Ελλάδα τότε αλλά και ολόκληρος ο Ελληνικός λαός πλήρωσε μ’ ένα πολύ βαρύ τίμημα την ιδιοτέλεια και την απερισκεψία κάποιων, δυστυχώς, συμπατριωτών και «αδελφών». Με αυτή την απλή αναφορά βέβαια δεν επιθυμώ να επιρρίψω ευθύνες σε κάποια από τις δυο αντιμαχόμενες πλευρές, καθότι η παρούσα διήγηση δεν έχει να κάνει με την ιστορία. Απλώς κάποια γεγονότα,στα οποία επιβάλλεται και πρόκειται να αναφερθώ,είναι καταγεγραμμένα ως υπαρκτά σε όλες τις ιστορικές μελέτες που έχουν γίνει μέχρι τώρα,ανεξάρτητα από την ιδεολογική τοποθέτηση του εκάστοτε ιστορικού μελετητή.
Και για να γίνω πιο σαφής,είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι ο τότε προσκείμενος στο Κομουνιστικό Κόμμα Ελλάδος Δημοκρατικός Στρατός χρησιμοποιούσε στις τάξεις του και στα πεδία των μαχών όχι μόνο άντρες αλλά και γυναίκες πολεμίστριες,τις οποίες στρατολογούσε κατά τον ίδιο τρόπο που στρατολογούσε και τους αντάρτες πολεμιστές.
Χαρακτηριστική η αναφορά που γίνεται από το συγγραφέα Δημήτρη Παλαιολογόπουλο στο βιβλίο του: «Ο εμφύλιος πόλεμος στην επαρχία Καλαβρύτων 1946-1949».
«…Η βίαια στρατολογία, απαραίτητη βέβαια για τους λόγους που αναπτύχθηκαν πιο πάνω, περισσότερο έβλαψε παρά ωφέλησε την πορεία του Δημοκρατικού Στρατού. Ιδιαίτερα η στρατολογία γυναικών, κάτι που τότε δεν μπορούσε να καταλάβει με τίποτε η κοινωνία και προ πάντων εκείνη της Ελληνικής υπαίθρου, έφερε ανεπανώρθωτη ζημιά…»
Το περιστατικό που πρόκειται να αφηγηθώ λαμβάνει χώρα σε ένα χωριό της ορεινής Ναυπακτίας μια νύχτα του Μαΐου του 1948!
Ήταν τότε,όταν μια ομάδα από τριακόσιους περίπου αντάρτες εισέβαλε στην μικρή αυτή περιοχή, την λεηλάτησε, και στρατολόγησε βίαια αγόρια και κορίτσια που έπιασε στη διάρκεια του ύπνου. Ανάμεσά τους ήταν και ένα κορίτσι είκοσι τριών ετών,με το όνομα “Άννα Σάρκα”. Η Άννα καταγόταν από την Πάτρα,όπου και διέμενε, ενώ μόλις τον προηγούμενο χρόνο είχε πάρει το πτυχίο της ως δασκάλα! Στο συγκεκριμένο χωριό η κοπέλα βρισκόταν από την προηγούμενη εβδομάδα,με σκοπό να επισκεφθεί τη θεία της.
Ολόκληρο λοιπόν το αντάρτικο σώμα, αφού ολοκλήρωσε την αποστολή του γύρω στις δυόμιση τα μεσάνυχτα, επιχείρησε να κάνει το ίδιο και σε άλλα χωριά που βρίσκονταν στο διάβα του. Ανηφορίζοντας το ψηλό βουνό πάνω από το χωριό και περπατώντας επί μια εβδομάδα αδιάκοπα,μέσα από δύσβατες και δασώδεις περιοχές, όχι μόνο ανηφορικές αλλά και κακοτράχαλες, έφτασε τελικά σε μια ορεινή δασώδη περιοχή της Ευρυτανίας, όπου και ενώθηκε με το υπόλοιπο στρατοπεδευμένο αντάρτικο πολεμικό σώμα.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της μεγάλης αυτής πεζοπορίας, τα παιδιά που επιλέχθηκαν από το συγκεκριμένο χωριό, καθώς και από τα άλλα χωριά, διαχωρίστηκαν και μάλιστα τέθηκαν σε μεγάλες αποστάσεις το ένα από το άλλο,ώστε να μην υπάρχει μεταξύ τους καμιά επαφή. Στη συνέχεια με ειδικές αποστολές τα παιδιά κατανεμήθηκαν σε άλλα αντάρτικα τμήματα που είχαν την έδρα τους σε διαφορετικές περιοχές, ώστε να αποφεύγονται οι πατριωτικές γνωριμίες μεταξύ τους, και κατ’ επέκταση,κάποιο οργανωμένο σχέδιο λιποταξίας.
Όσον αφορά τη νεαρή μας ηρωίδα, είχαν φροντίσει να τη συντροφεύει, καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας, μια παλιά και έμπειρη συναγωνίστρια,με σκοπό να τη διαφωτίσει και να τη βοηθήσει να προσαρμοστεί όσο το δυνατόν πιο ομαλά στο καινούργιο και τρομακτικό μαρτύριο που την περίμενε. Έτσι, για να της δώσει κουράγιο και θάρρος, της είπε πρώτα ότι και αυτή είναι πατριώτισσα από τον ίδιο Νομό και μετά άρχισε να της εξιστορεί τη δική της ιστορία:
—“Έχω δυο χρόνια, Άννα, από τότε που ανηφόρισα από το χωριό μου, με σκοπό να συναντήσω τους αντάρτες στο βουνό και να ταχθώ δίπλα στα παλικάρια του ηρωικού Δημοκρατικού Στρατού, για να πολεμήσω προκειμένου να ελευθερωθεί η πατρίδα μου. Θυμάμαι ότι οι γονείς μου, εμφορούμενοι από δημοκρατικές και προοδευτικές αρχές,με αποχαιρέτησαν χωρίς δάκρυα στα μάτια και,γεμάτοι από χαρά, μου ευχήθηκαν να γυρίσω γρήγορα πίσω με υψωμένη τη σημαία της λευτεριάς. Επειδή υπήρχε ο κίνδυνος να με πιάσει στο δρόμο κανένα στρατιωτικό σώμα μπουραντάδων, προδοτών της πατρίδας μας, περπατούσα μόνο τις νύχτες ενώ τις μέρες παρέμενα κρυμμένη στα δάση.
Έπειτα από αρκετές μέρες ταλαιπωρίας έφτασα στο πολυπόθητο τάγμα, στο οποίο θα φτάσουμε κι εμείς έπειτα από λίγο καιρό. Εκεί παρουσιάστηκα στον γενναίο Καπετάνιο μας και του ανέφερα την πρόθεσή μου. Χρυσός άνθρωπος ο Καπετάνιος, Αννούλα μου, με δέχτηκε εγκάρδια και με ιδιαίτερες τιμές. Αμέσως συγκέντρωσε όλο το στράτευμα, μπροστά στο οποίο με παρουσίασε και πλέκοντας με κολακευτικά λόγια το εγκώμιό μου, είπε: «Να μια γνήσια Ελληνίδα που με τη θέλησή της ήρθε να θυσιάσει τον εαυτό της για τη λευτεριά και τη δημοκρατία της Ελλάδας».
Ύστερα από δυο μέρες ξεκούρασης, με έντυσαν με την τιμημένη αντάρτικη στολή και, μαζί με άλλες συναγωνίστριες, άρχισαντην εκπαίδευσή μας. Εγώ προτίμησα να πάρω οπλοπολυβόλο,το οποίο σε τρεις μέρες έμαθα να το λύνω και να το δένω και να σκοπεύω με απόλυτη ακρίβεια.Έλαβα μέρος σε πάρα πολλές μάχες και θέλω να πιστεύω ότι οι σφαίρες μου τότε σκόρπισαν τον θάνατο σε πολλά βρώμικα προδοτικά κορμιά. Μέσα στα δυο αυτά χρόνια γνώρισα και τον πραγματικό έρωτα της ζωής μου.
Ένα παλικάρι δυο μέτρα,φοβερός πολεμιστής και φασιστοφάγος, ο οποίος μου ορκίστηκε, στο όνομα της λεύτερης πατρίδας, παντοτινή αγάπη. Όμως δεν έχουμε κάνει τίποτα μέχρι τώρα παρά μόνο έχουμε ανταλλάξει ελάχιστα φιλιά και χάδια,και αυτά στα κλεφτά, διότι κάτι τέτοιο απαγορευόταν, όπως και τώρα, αυστηρά στο στράτευμα. Και αν τυχόν κάποιο ζευγάρι το συλλάμβαναν, το χώριζαν, στέλνοντας σε διαφορετικές μονάδες και μακριά τον έναν από τον άλλον.
Δε σου κρύβω ότι μου προκαλεί αηδία η συμπεριφορά εκείνου του ανεπρόκοπου αδερφού μου, ο οποίος τάχτηκε με τη μεριά των φασιστών και πολεμάει τώρα μαζί τους, εναντίον των ελεύθερων αγωνιστών,εναντίον της αδερφής του. Αλλά πού θα πάει; Δε θα «μπλατσιαστούμε;». Θα «μπλατσιαστούμε» και τότε θα τον στείλω πεσκέσι στην πουτάνα τη Φρειδερίκη του.
Γι’ αυτό σου λέω, Αννούλα μου, μη στενοχωριέσαι. Βέβαια είσαι άμαθη ακόμη, αλλά θα συνηθίσεις, κι όταν συνηθίσεις, θα πολεμάς τους εχθρούς τραγουδώντας. Επειδή όμως θέλω να σε βοηθήσω και να σε προστατεύσω, σου λέγω και τούτο:Πρόσεξε και μην το παρατραβάς. Έτσι έκανε και κάποια άλλη. Και το πολεμικό συμβούλιο του τάγματος την έστειλε στο στρατηγείο της βαριάς εκπαίδευσης στην Ήπειρο Κι εκεί τα πράγματα δεν είναι και τόσο καλά”.
Ο φόβος, η απελπισία και η βαριά κόπωση έκαναν τη μικρή δασκάλα, που ήταν άμαθη σε τέτοιες περιπέτειες, να μην ακούει τίποτα απ’ αυτά, παρά να κλαίει και να χτυπιέται συνεχώς σε όλη τη διάρκεια του μεγάλου και χωρίς Ιθάκη ταξιδιού της. Ούτε μπουκιά από ένα ξερό καλαμποκίσιο ψωμί που της έδιναν δεν είχε βάλει στο στόμα της σ’ ολόκληρο τον Γολγοθά της.
—“Μα πού με πηγαίνουν; Τι να κάνω εγώ εκεί; Να πολεμήσω; Μα εγώ όταν ακούω τον κρότο μόνο από ένα όπλο, τρέμω, τρέχω να κρυφτώ. Να σπουδάζω μόνο έμαθα και να αγαπάω τα παιδάκια. Να σκοτώσω; Και ποιους να σκοτώσω;Τους Έλληνες; Τους συμπατριώτες μου; Τ’ αδέρφια μου; Και γιατί;;;
Ερωτήματα στα οποία δεν μπορούσε να δώσει καμιά απάντηση. Αν της ήταν εύκολο θα προτιμούσε να αυτοκτονήσει.”Να ήταν μαύρη η μέρα που επισκέφθηκε τη θεία της” δε σταματούσε να λέει.
Μετά από δύο μέρες δρόμο, η συντρόφισσά της της φόρεσε ένα δίκοχο με τα αρχικά Δ.Σ (Δημοκρατικός Στρατός), ένα στρατιωτικό μπουφάν και ένα στρατιωτικό και άκομψο παντελόνι, καθώς και στρατιωτικά άρβυλα. Παράλληλα της πέρασε χιαστί ένα όπλο, επαναληπτικό εγγλέζικο. Συνέχιζε δε να της λέει να μη φοβάται, διαβεβαιώνοντάς την ότι όλοι οι συναγωνιστές και οι συναγωνίστριες της είναι φίλοι της και πιστοί σύντροφοί της, έτοιμοι να την υπερασπιστούν σε κάθε κίνδυνο που τυχόν θα την απειλούσε.
—«Πολεμούμε όλοι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες για να ελευθερώσουμε την πατρίδα μας από τους μοναρχοφασίστες. Λίγος πλέον είναι ο καιρός και θα λάμψει το φως της Λευτεριάς». Αυτά και άλλα πολλά τέτοια ήταν όσα της έλεγε.
Η Άννα όμως δε φαινόταν να τα καταλαβαίνει αυτά και να συμμορφώνεται. Δεν τον ήθελε τον πόλεμο,δεν ήταν ικανή να πολεμάει. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, της ήταν αδύνατο να μπορεί να ηρεμήσει. Σκεπτόταν το μεγάλο δράμα της, που ήδη είχε αρχίσει. Σκεπτόταν τη μάνα της, που δε θα την ξανάβλεπε ποτέ, σκεπτόταν τα όνειρά της, που της τα είχαν γκρεμίσει κάποιοι χωρίς να τους δώσει καμιά αφορμή, σκεπτόταν τη ζωή της,που δεν είχε προλάβει ακόμη να γνωρίσει. Μα ούτε να ερωτευθεί δεν πρόλαβε.
—Γιατί,Χριστέ,μου να μην τα φτιάξω πέρυσι με τον συμφοιτητή μου τον Μανώλη, που με παρακαλούσε στην Ακαδημία;” αναπολούσε κάθε τόσο. “Όμως η μάνα μου δε με άφησε.Φοβόταν τη μοναξιά και έλεγε συνέχεια:«Όχι κόρη μου,αυτός θα σε πάρει για την Κρήτη.Εγώ κι ο πατέρας σου δεν έχουμε άλλο παιδί. Πως θα ζήσουμε μόνοι μας στην Πάτρα;» Και κάτι άλλο έλεγε: «παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είν’ και μπαλωμένο».
Όταν οι δύο κοπέλες έφτασαν στο στρατόπεδο,ψηλά σε μια κορυφογραμμή της Ευρυτανίας, όπως είπαμε, τοποθέτησαν την Άννα σε μια κακοφτιαγμένη διθέσια σκηνή. Εκεί έπρεπε αναγκαστικά να μένει μαζί με μια άλλη συναγωνίστρια,εξίσου έμπειρη με την προηγούμενη, και στην οποία είχε ανατεθεί η διαφώτισή της Άννας σχετικά με τους σκοπούς του αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού και την προσαρμογή της στο καινούργιο σκληρό και δύσκολο περιβάλλον.
Το πρωί της άλλης μέρας μίλησε σε όλο το τάγμα ο Διοικητής (Καπετάνιος), ο οποίος, με υπέρμετρο πατριωτισμό, ανέλυσε τους σκοπούς του αγώνα του νικηφόρου Δημοκρατικού Στρατού.
Αφού πρώτα καλωσόρισε τους νεοσύλλεκτους πολεμιστές και πολεμίστριες, τους έδωσε θάρρος, λέγοντάς τους ότι οι πιο έμπειροι θα βρίσκονται πάντα στο πλευρό τους και θα τους συμπαραστέκονται. Με ιδιαίτερα αυστηρό ύφος, τόνισε στους νέους ότι θα πρέπει να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να προσαρμοστούν γρήγορα στο καινούργιο τους περιβάλλον και να μάθουν την πολεμική τέχνη, την οποία άμεσα θα αναλάμβαναν να τους την διδάξουν οι ειδικοί έμπειροι πολεμιστές του Στρατοπέδου.
—“Θα πρέπει να καταλάβετε”, ξεκίνησε να λέει, “ότι έχουμε πόλεμο. Πόλεμο για να λευτερώσουμε την πατρίδα μας από τους φασίστες, τους Γερμανοτσολιάδες, τους προδότες και τα κωλόπαιδα της Φρειδερίκης. Είναι μεγάλη μας τιμή που το ξεκαθάρισμα αυτού του σάπιου κομματιού του λαού μας το αναλαμβάνουμε εμείς. Ο τιμημένος Δημοκρατικός Στρατός είναι αυτός που συνεχίζει τον απελευθερωτικό αγώνα του Ε.Λ.Α.Σ του Άρη Βελουχιώτη ενάντια στον ξένο κατακτητή. Αύριο θα είστε εσείς οι τιμημένοι αγωνιστές που θα περνάτε περήφανα μέσα από τις πόλεις και τα χωριά και θα σας ζητωκραυγάζει ο κόσμος. Και η μέρα αυτή σας βεβαιώνω ότι δε θ’ αργήσει να ‘ρθει. Ήδη έχει απελευθερωθεί το μεγαλύτερο μέρος της Χώρας μας. Θεσσαλονίκη, Λάρισα, Γιάννινα, Πάτρα και πολλά άλλα μέρη έχουν περιέλθει στα χέρια του Στρατού μας. Ζητάω από όλες και όλους σας να κάνετε λίγη ακόμα υπομονή και να δείξετε μεγάλη γενναιότητα. Ξεχάστε για λίγο τις όποιες προσωπικές σας επιθυμίες και τα όποια συναισθήματά σας. Ο μεγάλος σας έρωτας πλέον θα πρέπει να είναι ο πόλεμος και η μεγαλύτερη επιθυμία σας ο θάνατος του εχθρού.
Επίσης θα ήθελα να επισημάνω στις συναγωνίστριες κάτι πολύ σημαντικό και ελπίζω να το κατανοήσουν, το γεγονός ότι εδώ όλοι πολεμάμε από το ίδιο μετερίζι, άνδρες και γυναίκες μαζί. Γι’ αυτό και όλοι, και οι γυναίκες βέβαια, θα πρέπει να εφαρμόζουν πιστά τις οδηγίες των εκπαιδευτών τους σχετικά με την αμφίεσή τους και την όλη τους συμπεριφορά.
«Ψυχή βαθιά λοιπόν και θάνατος στους μπουραντάδες»”.
Αυτά περίπου είπε, ενώ από το Στρατόπεδο ακούστηκε μια δυνατή κραυγή: «Θάνατος!! Θάνατος!! Θάνατος!!»
Την καθαρά στρατιωτική εκπαίδευση της Άννας, καθώς και τεσσάρων ακόμα κοριτσιών, την είχαν αναθέσει σ’ έναν συναγωνιστή, εξαιρετικό πολεμιστή και πολύ όμορφο παλικάρι. Κάθε πρωί μετά το εγερτήριο, ο νεαρός, αφού πρώτα την έμαθε να παρουσιάζεται στη συγκέντρωση των ανταρτών του Στρατοπέδου, την περιέφερε έπειτα σε όλους τους συναγωνιστές και συναγωνίστριες, με σκοπό να κοινωνικοποιηθεί, γνωρίζοντας από κοντά τη ζωή των συντρόφων της και παράλληλα για να αποκτήσει θάρρος και πίστη στον ιερό της αγώνα. Επί δύο ώρες κάθε μέρα τη μάθαινε να λύνει και να δένει το ατομικό της όπλο καθώς και το οπλοπολυβόλο με κλειστά τα μάτια, να τα χειρίζεται με άνεση και να κάνει σκοποβολή. Τις υπόλοιπες ώρες η Άννα συμμετείχε στη θεωρία και τις ασκήσεις της διμοιρίας της.
Παρ’ όλες όμως τις προσπάθειες του Σταύρου (έτσι λεγόταν το παλικάρι που την είχε χρεωθεί, Σταύρος Ουμάδης), η συντρόφισσά μας, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες, δεν έδειχνε να συμμορφώνεται και τόσο πολύ, παρόλο που φαινόταν αρκετά θαρραλέα. Διαρκώς ρωτούσε τον σύντροφό της: «Γιατί;; Γιατί όλ’ αυτά; γιατί με μαθαίνεις να σκοτώσω τον αδερφό μου απέναντι;»
Σε όλα αυτά τα “γιατί” ακόμα και ο Σταύρος φαινόταν να δυσκολεύεται να δίνει απάντηση.
Όμως ασυναίσθητα (ίσως;) από την αρχή κιόλας είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους ένα κλίμα αμοιβαίου σεβασμού, κατανόησης και συμπάθειας.
(—Τι όμορφος άντρας Θεέ μου. Τι ευγενικός. Πόσο πονετικά μου φέρεται! Πώς είναι δυνατόν αυτή η ψυχούλα να σκοτώνει άλλους λεβέντες Έλληνες; Δεν είναι δυνατόν! Αχ, είναι πολύ συμπαθητικός, γλυκός και αγαπητός), έλεγε και ξανάλεγε από μέσα της η Άννα.
Πράγματι ήταν ένα όμορφο παλικάρι είκοσι επτά ετών, ψηλό, λεπτό, με μαύρα λαμπερά μάτια, δασιά φρύδια και μουστάκι. Ωραίος άντρας, ευλύγιστος, γρήγορος και έμπειρος πολεμιστής, υπάκουος και το δεξί χέρι του Καπετάνιου.
Όσο για την Άννα, ήταν φανερό πλέον ότι κατά τις ώρες της εκπαίδευσης ζωγράφιζε μέσα στην ψυχή και την καρδιά της το πρόσωπο του Σταύρου και αδιαφορούσε για το αν θα μάθαινε ή όχι να πολεμάει. Άλλωστε το κεφάλι να της έκοβαν, δεν επρόκειτο να σκότωνε ποτέ άνθρωπο.
(—Μα τι γυναίκα είναι αυτή! Τι μάτια και τι πρόσωπο! Με πόση γλυκύτητα με κοιτάζει! Με πόση αφέλεια και ειλικρίνεια μου κάνει τις ερωτήσεις! Φαίνεται ότι είναι μια πραγματική γυναίκα πλασμένη να προσφέρει αγάπη και μόνο. Και το περίεργο: Όταν τελειώνουν οι ασκήσεις, δε φεύγει να ξεκουραστεί, όπως οι άλλες, παρά μένει μαζί μου και με βομβαρδίζει συνεχώς με ερωτήσεις).Αυτά κι άλλα πολλά βασάνιζαν το μυαλό του εκπαιδευτή της.
—Συντρόφισσα Άννα, φοβάσαι τόσο πολύ τον εχθρό;
—Για ποιόν εχθρό μιλάμε; Όχι. Φοβάμαι την ψυχή μου. Στην Κατοχή ήμουν οργανωμένη στη μεγάλη αντιστασιακή οργάνωση Πατρών, όπου κινδύνευσε πολλές φορές η ζωή μου. Όμως δε φοβόμουν. Εσύ τον φοβάσαι τον εχθρό;
—Εγώ δεν έχω εχθρούς.
—Πόσους έχεις σκοτώσει μέχρι τώρα;
—Κανέναν.
—Και το οπλοπολυβόλο τι το κρατάς;
—Για να σκοτώνω τα σύννεφα που δε ρίχνουν κεραυνούς.
Πολύ αινιγματική, περίεργη και ακαταλαβίστικη αυτή η συζήτηση, αλλά είχαν καταφέρει να μικρύνουν κάπως την μεταξύ τους απόσταση. Ο Σταύρος είχε καρφωμένο συνεχώς το βλέμμα του πάνω της, αλλά κι αυτή δεν πήγαινε πίσω. Μόνο που εκείνη διέκοπτε συχνά την κουβέντα γιατί την ενοχλούσαν πολύ οι ψείρες. Ο Σταύρος τις είχε συνηθίσει.
—Γιατί είσαι το δεξί χέρι του Καπετάνιου;
—Γιατί του έσωσα τη ζωή του δυο φορές.
—Είναι καλός ο Καπετάνιος;
—Κανένας στον πόλεμο δεν είναι καλός.
—Είναι αλήθεια ότι Σοβιετικός στρατός και αεροπλάνα βομβαρδίζουν την Πάτρα και ότι είναι ζήτημα ημερών η πτώση της στον Δημοκρατικό Στρατό, που είπε χθες ο Καπετάνιος;
—Από εκεί είσαι; ….Είναι μακριά από δω η Πάτρα;
—Ναι από κει είμαι, αλλά για το μακριά δεν ξέρω τίποτα. Τα έχω χάσει, έχω τρελαθεί. Εσύ από που είσαι;
—Από ένα μακρινό χωριό του Έβρου.
Εδώ που τα λέμε, στην κατάσταση που βρισκόταν η Άννα δεν είχε καμιά όρεξη και καμιά διάθεση να μάθει λεπτομέρειες για το μέρος όπου ακριβώς καταγόταν ο Σταύρος ή για οτιδήποτε άλλο.
—Έχεις κορίτσι εκεί που σε περιμένει; Είναι όμορφη;
—Είχα και ήταν πολύ όμορφη. Αλλά τώρα δεν την έχω πια.
—Γιατί;
Ο Σταύρος κάποια στιγμή θέλησε να την επαναφέρει στην τάξη, λέγοντάς της με σοβαρότητα:
—Κορίτσι μου δεν είμαστε εδώ για να μάθουμε τα μυστικά ο ένας του άλλου. Συμμορφώσου και κοίταξε να μάθεις αυτά που σου διδάσκω. Πάνε τόσες μέρες τώρα που όχι μόνο δεν έβαλες σφαίρα στον στόχο της αλλά φοβάσαι ακόμη και τον κρότο του ντουφεκιού σου. Εγώ «νίπτω τας χείρας μου». Δε θα φταίω σε τίποτα αν το πολεμικό συμβούλιο πάρει απόφαση και σε στείλει σε άλλο πιο δύσκολο στρατόπεδο. Κι εκεί θα μάθεις, θέλεις δε θέλεις, ποιον εχθρό θα πολεμάς.
Εκείνη τη στιγμή κατηφόριζε ο Καπετάνιος:
—Σύντροφε Σταύρο, πως πάει η συντρόφισσά μας;
Σε πόσα λεπτά, κοπέλα μου, λύνεις και δένεις το όπλο σου;
—Σε επτά λεπτά, σύντροφε Καπετάνιο.
—Και με κλειστά τα μάτια;
—Λίγο περισσότερο, σύντροφε Καπετάνιο.
—Πόσες σφαίρες βάζεις στο κέντρο του στόχου;
—Επτά στις δέκα, σύντροφε Καπετάνιο.
—Όταν ο εχθρός είναι πολύ κοντά σου, που τον σκοπεύεις;
—Στο κεφάλι ή στην καρδιά, σύντροφε Καπετάνιο.
—Πόσες μέρες μπορείς να αντέξεις νηστική;
—Πάρα πολλές, σύντροφε Καπετάνιο.
—Ποιοι είναι οι εχθροί μας;
—Οι φασίστες ιμπεριαλιστές, σύντροφε Καπετάνιο.
—Και οι φίλοι μας;
—Ο Σοβιετικός λαός με τον στρατό του, σύντροφε Καπετάνιο.
—Τόκα το λοιπόν.
Ψυχή;
—Στη λευτεριά της πατρίδας.
—Σώμα;
—Στον τιμημένο μας Δημοκρατικό Στρατό”.
—Αγώνας;
—Μέχρι θανάτου, σύντροφε Καπετάνιο.
—Σύντροφε Σταύρο, σε συγχαίρω. Κι εσένα κορίτσι μου, σου υπόσχομαι ότι σε λίγες κιόλας μέρες που θα λευτερώσουμε την πατρίδα μας, θα σε διορίσω Γενικό Επιθεωρητή Εκπαίδευσης στην Πάτρα”.
Κι αφού τους έσφιξε το χέρι, έφυγε για να συνεχίσει την επιθεώρηση.
Ο Σταύρος έμεινε άγαλμα. Τρελάθηκε θα λέγαμε.
(—Μα τι γυναίκα τέλος πάντων είναι αυτή; Πότε τα ‘μαθε όλα αυτά; Που το βρήκε τόσο θάρρος να μιλήσει στον Καπετάνιο;). Αυτά κι άλλα πολλά τριγύριζαν στο μυαλό του εκείνη τη μικρή στιγμή της σιωπής.
—Συναγωνιστή Σταύρο, θέλω να μου δώσεις οπλοπολυβόλο, γιατί αυτό που έχω δε μου αρκεί για να σκοτώνω. Θέλω να σκοτώσω πολλούς, χιλιάδες εχθρούς του Υπερήφανου Έθνους μας. Θέλω να κάνω χιλιάδες γυναίκες να μαυροφορεθούν όπως καταφέρνεις να κάνεις κι εσύ με το πολυβόλο σου. Θέλω να σκοτώσω όλους τους αναρχοφασίστες, τους πουλημένους Έλληνες πατριώτες μου. Τα κωλόπαιδα της Φρειδερίκης.
Θέλω να σκοτώσω τον αδερφό μου που μάχεται απέναντί μου με τους άλλους. Θέλω να εγκαθιδρύσω τη λαϊκή κυριαρχία, να διώξω μακριά τους Άγγλους που μας διοικούν και να φέρω κυβερνήτες στη χώρα μας τους άξιους και αγαπημένους φίλους μας Σοβιετικούς. Θέλω να σκοτώσω τους πλούσιους, τους εφοπλιστές, τους επιχειρηματίες και να μοιράσω τις περιουσίες τους στον Ελληνικό λαό. Θέλω να γίνω γενικός Επιθεωρητής Εκπαίδευσης Πατρών, εγώ η αγωνίστρια της λευτεριάς. Θέλω κι άλλα πολλά συναγωνιστή μου και όλα αυτά για να έχω καθαρή τη συνείδησή μου.
—Μα τι έπαθε τέλος πάντων αυτή; Τρελάθηκε; Έπαθε Αμόκ; Αλήθεια θέλει να σκοτώσει κόσμο;
—Συναγωνίστρια Άννα, πρέπει να καταλάβεις ότι με φέρνεις σε δύσκολη θέση, πως να σ’ το πω. Είμαι εκπαιδευτής σου. Δεν είμαι ούτε φίλος σου ούτε ερωμένος σου. Φρονιμέψου λοιπόν, ηρέμησε και πήγαινε τώρα να πάρεις το συσσίτιό σου και να πας να αναπαυθείς.
Για την ηρωίδα μας, που καλείται υποχρεωτικά να λάβει μέρος στο στρατό, είναι αδιανόητο να ζει κάτω από αντίξοες συνθήκες και να αντιμάχεται τους συνανθρώπους της. Ευαίσθητη καθώς είναι, αποστρέφεται τον πόλεμο και οποιαδήποτε εχθροπραξία και νοιώθει αηδία στην ιδέα ότι θα πρέπει να σκοτώνει ανθρώπινες ψυχές. Άλλωστε, η φιλήσυχη και καλοπροαίρετη πλευρά του χαρακτήρα της αντανακλάται και στην επιλογή του επαγγέλματός της: Επιθυμεί να ακολουθήσει και να υπηρετήσει πιστά τον ρόλο της δασκάλας, ο οποίος θα της επιτρέψει να προσφέρει απλόχερα την αγάπη της προς τα παιδιά. Αυτή θα λέγαμε ότι είναι και η φύση της γυναίκας γενικά, η οποία έχοντας έμφυτο το ένστικτο της μητέρας, αντιμετωπίζει με μεγάλη απέχθεια οποιαδήποτε πράξη βίας και κακομεταχείρισης. Σε μια φοβερή κατάσταση υστερίας που βρέθηκε αναγκάστηκε να πει αυτές τις κουβέντες που ποτέ δεν πίστεψε.
—Αγαπητέ μου συναγωνιστή και εκπαιδευτή Σταύρο. Η γυναίκα είναι γεννημένη να μοιράζει αγάπη. Αγάπη στη μητέρα της, αγάπη στα παιδιά της, στον αγαπημένο της, στον κόσμο όλο. Είναι φτιαγμένη από το Θεό να σκορπίζει στους γύρω της την ομορφιά, την ηρεμία, τη χαρά και τη γαλήνη. Ένα λεπτό της χαμόγελο μπορεί να ημερέψει και τα πιο άγρια πάθη. Η γυναίκα δε σκοτώνει, δεν αφαιρεί ζωές αλλά γεννάει ζωές και γλυκαίνει τις ζωές. Κάθε αφαίρεση ζωής της προξενεί θλίψη και πόνο.
Σκοτώνει μόνο όταν νιώσει ό,τι πρόκειται να χάσει την πατρίδα της κι όταν πρόκειται να χάσει το παιδί της. Τότε σκοτώνει και σκοτώνεται. Σ’ όλες τις άλλες περιπτώσεις μοιράζει ομορφιά, μοιράζει έρωτα, αγάπη, γαλήνη. Τα μωρά χαμογελούν και τραγουδούν μαζί της, τα πουλιά ημερεύονται και τα λουλούδια συνομιλούν.
Είπες πριν από λίγο ό,τι είσαι ο εκπαιδευτής μου. Όχι είσαι ο αγαπημένος μου.
—Γλυκιέ μου Σταύρο Ουμάδη. Είσαι το πιο λατρευτό πρόσωπο της ζωής μου. Σ’ αγαπώ όσο ποτέ δεν αγάπησα κανέναν. Δεν μπορώ να αναστείλω τον έρωτά μου. Θέλω μέχρι την Κυριακή κιόλας να με παντρευτείς. Και μη με ρωτήσεις πως μπορεί να γίνει αυτό! Ένας δεινός πολεμιστής που έχει καταφέρει να σώσει τη ζωή του Καπετάνιου, όλα μπορεί να τα καταφέρει.
Ο Σταύρος κέρωσε, η καρδιά του πλημμύρισε από αγάπη, τα μάτια του θόλωσαν, το αίμα του φλογισμένο πήγαινε να σπάσει τις φλέβες του. Εκείνη τη στιγμή ξέχασε που βρισκόταν. Δεν μπορούσε να σκεφθεί, να λογαριάσει, να λογικευθεί. Αμέσως και τελείως αυθόρμητα την τράβηξε μέσα σε μια μεγάλη και πυκνή συστάδα από θάμνους, που ευτυχώς βρισκόταν δίπλα τους, όπου για αρκετές ώρες έμειναν κυριολεκτικά «δεμένοι μεταξύ τους».
—Άννα, από δω και πέρα θα σε φωνάζω «νεράιδα του βουνού».
Την επόμενη μέρα και αφού τελείωσε το πρόγραμμα των ασκήσεων, κατά την ίδια ακριβώς ώρα, ξαναμπήκαν στο αρκετά ασφαλές άσυλό τους. Εκεί, με μεγαλύτερη πλέον ψυχραιμία, της έπιασε πονετικά τα χέρια, την κοίταξε με βουρκωμένα μάτια και της είπε:
—Άννα σ’ αγαπώ πάρα πολύ. Δε σκότωσα ποτέ αδέρφι μου. Πολυβολούσα πάντα στον αέρα. Πράγματι αγαπούσα μια πολύ όμορφη κοπέλα από το χωριό μου, Τρισεύγενη τη λέγανε, με την οποία όμως χώρισα πολύ γρήγορα από τη στιγμή που μου είπε ότι πρέπει ν’ αγωνιστούμε όλοι συντροφιά με τους φίλους μας τους Ρώσους για να ελευθερώσουμε την πατρίδα μας από τους Έλληνες φασίστες τσιράκια των Βασιλιάδων και των Άγγλων.
Χώρισα γιατί ποτέ δε μ’ άρεσε να πολεμάω Έλληνες, συντοπίτες, συγγενείς, αδέρφια. Αυτή, μετά τον χωρισμό, προσχώρησε με τη θέλησή της στον στρατό των ανταρτών, προδίδοντάς με, ώστε να με συλλάβουν και να υπηρετούμε στο ίδιο τάγμα. Όμως τα πράγματα δεν έγιναν έτσι. Όταν με συνέλαβαν, με έστειλαν πολύ μακριά, όπως βλέπεις. Άννα δε σου κρύβω ότι το θέλω κι εγώ πολύ να παντρευτούμε, να είμαστε αχώριστοι, να χτυπάμε τα σύννεφα μαζί στις μάχες και ο ένας δίπλα στον άλλο, μέχρι να τα καταφέρουμε να δραπετεύσουμε για την πατρίδα σου και να ζήσουμε μαζί και για πάντα ευτυχισμένοι. Όμως πρέπει να γνωρίζεις ότι αυτό που πάμε να κάνουμε είναι πολύ δύσκολο και πολύ επικίνδυνο. Έχω ακούσει για έρωτες που γεννιούνται στα τάγματα, ακόμη και για εγκυμοσύνες, όμως για γάμο ποτέ. Γι’ αυτό πρέπει να το σκεφτούμε καλύτερα.
—Όχι, όχι αγαπημένε μου, πρέπει να βιαστούμε να παντρευτούμε όσο γίνεται πιο γρήγορα. Μόνο τότε εγώ θα ηρεμήσω. Τότε θα καταλάβω πλέον ότι θα έχει νόημα η ζωή μου. Τότε θα νιώσω ότι έχω δίπλα μου όλο τον κόσμο, Σταύρο. Τότε θα αποκτήσω δυνάμεις και με τη δική σου συντροφιά θα τα καταφέρουμε! Να είσαι σίγουρος, μαζί θα τα καταφέρουμε να δραπετεύσουμε και πολύ γρήγορα μάλιστα. Άλλωστε δεν είναι και πολύ δύσκολο, εγώ αυτές τις μέρες κατάφερα να προσανατολιστώ και να επισημάνω κιόλας το σημείο απ’ όπου θα κάνουμε τη μεγάλη απόπειρα απόδρασης.
Το πρωί ξημέρωσε μια άλλη μέρα και για τους δυο τους. Η Άννα έγινε άλλος άνθρωπος. Ηρέμησε κι έδιωξε από μέσα της κάθε πικρό συναίσθημα, το οποίο αντικαταστάθηκε από έναν φλογερό έρωτα. Ο Σταύρος ήταν πλέον γι’ αυτήν ολόκληρη η ψυχή της και η μόνη ανησυχία που ένιωθε ήταν για το μεγάλο έγκλημα που συντελούνταν, γι’ αυτόν τον «φρικιαστικό αδελφοκτόνο πόλεμο», όπως έλεγε. Δε θα μπορούσε ποτέ να πιστέψει ότι δε θα είχε αρρωστημένη τη συνείδησή της όταν, έστω και κατά λάθος, μια σφαίρα από το όπλο της θα φυτευόταν στην καρδιά κάποιου Ελληνόπουλου. Ένας πόλεμος που ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει για ποιον λόγο γινόταν.
Από την άλλη μεριά, κι ο Σταύρος ένιωθε τα ίδια συναισθήματα. Ως φιλήσυχος νέος, βοσκούσε τα προβατάκια του σ’ ένα μακρινό χωριό του Έβρου όταν δύο αντάρτες τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στο τάγμα των ανταρτών, εδώ και δυο χρόνια, για να βρεθεί εδώ που βρίσκεται. Τον είχε προδώσει η αγαπημένη του.
Ο Σταύρος ήθελε από καιρό να φύγει, να δραπετεύσει, αλλά δεν τα είχε καταφέρει. Γλύτωσε δυο φορές τον Καπετάνιο από βέβαιο θάνατο γι’ αυτό κι εκείνος τον έκανε πρωτοπαλίκαρό του, του είχε μεγάλη εμπιστοσύνη, τον μετονόμασε «Κεραυνό» και του ‘δωσε οπλοπολυβόλο για να πολεμάει.
Όμως αγαπούσε την Ελλάδα και όλους τους Έλληνες, γι’ αυτό και οι σφαίρες του όπλου του έπεφταν ψηλά στον Ουρανό. Πίστευε ότι η κάθε σφαίρα του, που θα προκαλούσε και την παραμικρή ζημιά στους άλλους, θα δημιουργούσε τη μεγαλύτερη πληγή στον εαυτό του.
Χωρίς λοιπόν να τα πολυλογούμε, με υπερβολική μυστικότητα ξεκίνησε ο ίδιος τις διαδικασίες του γάμου.
Το μόνο που τους προβλημάτιζε ήταν πως θα μπορούσαν να προμηθευτούν τις βέρες. Η Άννα γι’ αυτό το θέμα ανησυχούσε περισσότερο, για τις βέρες δηλαδή παρά για τα στέφανα.Τα στέφανα, έλεγε, θα μπορούσαν να είναι και από ανθισμένα κλωνάρια αγράμπελης, ενώ οι βέρες έπρεπε να είναι από ατόφιο χρυσάφι, γιατί αυτό συμβολίζει την αγνότητα του ζευγαριού.
Η βέρα είναι το σύμβολο της τιμής και της εξουσίας. Είναι το σύμβολο της αληθινής και αιώνιας αγάπης που πρέπει να έχει ο ένας για τον άλλο και της υποχρέωσης να παραμείνουν πιστοί οι δυο τους για πάντα. Οι βέρες, εξήγησε στον αγαπημένο της, είναι τα αιώνια σύμβολα της κοινής πορείας, της άρρηκτης ένωσης και της αιώνιας αγάπης του ζευγαριού. Οι βέρες για την Άννα ήταν αυτό το ίδιο το μυστήριο, γι’ αυτό και ο γάμος τους θα μπορούσε να είναι λιτός και περιορισμένος σε όλα τ’ άλλα, εκτός από τις ολόχρυσες βέρες. Ο Σταύρος τα άκουγε με αφοσίωση όλα αυτά και τα υιοθετούσε, γιατί θεωρούσε ότι η αγαπημένη του ήταν μορφωμένη και τα ήξερε καλύτερα.
Την άλλη μέρα λοιπόν που ήρθε ο σύνδεσμος (πληροφοριοδότης) του Καπετάνιου με τον οποίο ο Σταύρος, από καιρό, είχε αναπτύξει μεγάλο δεσμό φιλίας, του παρήγγειλε να του φέρει τις βέρες με απόλυτη, βέβαια, μυστικότητα. Έτσι και έγινε. Μετά από πέντε μέρες του έφερε δυο ολόχρυσες βέρες. Η μία έγραφε στο εσωτερικό της: Σταύρος Ουμάδης 1948 Ευρ. και η άλλη: Άννα Σάρκα 1948 Ευρ. Η Άννα τρελάθηκε από τη χαρά της, τις φίλησε και σταύρωσε τον άντρα της τρεις φορές, ενώ ευχήθηκε: «Γρήγορα τα στέφανα και γρήγορα η δική μας λευτεριά».
Από δω και πέρα τα πράγματα ήταν πιο εύκολα βέβαια. Ένας υπέργηρος συνταξιούχος και ομοϊδεάτης παπάς τέλεσε το μυστήριο σ’ ένα ερημικό εξωκλήσι αργά το βράδυ με το φως ενός και μόνο μικρού κεριού, ώστε να διακρίνεται το ζευγάρι μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, ενώ τα ιερά γράμματα ο εμπειρότατος ιερέας τα ήξερε απ’ έξω. Το εκπληκτικό είναι ότι ούτε η Άννα ούτε ο Σταύρος πάτησαν το πόδι του άλλου, θέλοντας να δείξουν έτσι ότι κανείς τους δεν αναγνώριζε τον εαυτό του ως ανώτερο από τον άλλον.
Έτσι το μεγάλο όνειρο των δυο ερωτευμένων έγινε πραγματικότητα.
Από το σημείο αυτό άρχισε ένας καινούργιος αγώνας για το ταιριαστό ζευγάρι, ένας αρκετά δύσκολος αγώνας για την πραγματοποίηση της απόδρασης. Αυτός συμπεριλάμβανε συνεχείς βολιδοσκοπήσεις και τη λήψη μεγάλων μέτρων προφύλαξης, για διάβαση ανάμεσα από αφύλακτα και επικίνδυνα περάσματα ή σημεία, με προσανατολισμό την Πάτρα, γιατί όπως είπαμε εκεί ήθελαν να πάνε.
—Τι θα γίνει Άννα αν φτάσουμε στην Πάτρα και τη βρούμε να την έχουν καταλάβει οι αντάρτες; Θα μας περάσουν από εκτελεστικό απόσπασμα γι’ αυτή μας την απόδραση.
—Μην ανησυχείς, φτάνει να κατέβουμε στη Δημοσιά και τότε βλέπουμε.
—Άννα σ’ αγαπώ πολύ και θέλω να κάνουμε πολλά παιδιά.
—Εγώ σαν δασκάλα που είμαι θα τα μεγαλώσω και θα τα μορφώσω με αρχές. Θα τα μάθω να σέβονται τον εαυτό τους, τους γονείς τους και να αγαπούν την Ελλάδα μας και όλους τους Έλληνες και ποτέ να μην αφήσουν να γίνει εμφύλιος σπαραγμός. Να αγωνίζονται για την ακεραιότητα και τη λευτεριά της πατρίδας από κάθε ξένη επιβολή.
Και η ζωή για το ζευγάρι κυλούσε ευτυχισμένα, με έρωτα, ενθουσιασμό, όνειρα αλλά και με τρομακτικές δυσκολίες και περιπέτειες.
Όμως όλη αυτή η κατάσταση δεν κράτησε για πολύ.
Μια συννεφιασμένη Τρίτη στα τέλη του Ιουλίου του 1948 πρωί-πρωί πέταξαν πάνω από το στρατόπεδο δυο βομβαρδιστικά αεροπλάνα και άρχισαν να το βομβαρδίζουν χωρίς διακοπή. Παράλληλα από τις γύρω κορυφές ξεκίνησε ένα ανηλεές σφυροκόπημα με κανονιοβολισμούς, πολυβόλα και μυδράλια. Οι αντάρτες έπιασαν τις θέσεις μάχης και απαντούσαν με τα δικά τους πυρά. Η μάχη άναψε για τα καλά. Βόμβες, σκοτωμοί, τραυματισμοί, ουρλιαχτά, πυρκαγιές, μια σκέτη κόλαση. Κράτησε μέχρι το σούρουπο χωρίς ανάπαυλα και έπειτα τα αεροπλάνα έφυγαν. Μόνο σποραδικές ριπές πολυβόλων και κάποιες βόμβες όλμων έπεφταν. Το κακό πλέον είχε γίνει. Ο Δημοκρατικός Στρατός νικήθηκε κατά κράτος. Οι αντάρτες είχαν τεράστιες απώλειες. Πολλά τα πτώματα και πολλοί οι τραυματίες. Ο Σταύρος ξεψύχησε στην αγκαλιά της καλής του. Μια και μόνη σφαίρα, που τον βρήκε στο στήθος, ήταν αρκετή για να του πάρει τη ζωή. Ένα παλικάρι με κλειστά μάτια και με θλιμμένο χαμόγελο βρισκόταν ξαπλωμένο στο ταμπούρι του. Πολέμησε σκληρά «τα σύννεφα», κρίμα όμως που δεν ήξερε να κάνει το ίδιο και ο αντίπαλός του.
Τώρα πια τα πράγματα είχαν αλλάξει. Πάνω από την περιοχή αιωρούνταν ο φόβος και η ανατριχίλα. Όσοι γλύτωσαν, γλύτωσαν. Καιρός για κλάματα δεν υπήρχε. Μέσα σ’ αυτό το βαρύ σκηνικό ακούστηκε από τα μεγάφωνα βαριά η φωνή του Καπετάνιου: «Να συνταχθούν αμέσως τα υπεύθυνα τμήματα και να ανοίξουν ομαδικούς τάφους για να θάψουν τους νεκρούς. Οι νοσοκόμοι να περιθάλψουν τους τραυματίες και να τους φορτώσουν στα μουλάρια. Να φορτωθούν επίσης όσα υλικά και τρόφιμα απέμειναν. Και εσείς μόλις δείτε την κόκκινη φωτοβολίδα να είστε πανέτοιμοι να συνταχθείτε στο ξέφωτο για αναχώρηση προς τα βόρεια. Ώρα αναχώρησης δύο τα μεσάνυχτα. Η καταμέτρηση των απωλειών θα γίνει αύριο. Σύντομα πολύ σύντομα. Κάθε ολιγωρία και αργοπορία θα τιμωρηθεί με θάνατο».
Η Άννα όμως δεν ήθελε να ενταφιάσει τον αγαπημένο της σε ομαδικό τάφο, αλλά σε ξεχωριστό και απομακρυσμένο από τους υπόλοιπους, σκεπτόμενη ότι αν αργότερα φτιάξουν τα πράγματα και η ίδια καταφέρει να επιζήσει, να έρθει να κάνει την εκταφή του και να πάρει τα οστά.
Γι’ αυτό έσυρε το πτώμα του σε κάποια άκρη και δίπλα από μια περίεργη κουφάλα ενός έλατου, για να μπορέσει αργότερα να εντοπίσει τον τάφο. Εκεί με το σκαπτικό της εργαλείο άνοιξε στα γρήγορα όσο μπορούσε βαθύ μνήμα, όπου τον τοποθέτησε με φιλιά και αναφιλητά, βάζοντας από πάνω του έναν πρόχειρο σταυρό από κλαδιά λέγοντάς του: «Λατρευτέ μου δε θα σε ξεχάσω ποτέ για όσο καιρό θα ζω κι ούτε πρόκειται να ξαναπαντρευτώ».
Που καιρός και τόπος, λοιπόν, για περισσότερα κλάματα και μοιρολόγια.
Εκμεταλλευόμενη έτσι τον μεγάλο πανικό και την τεράστια σύγχυση και το πανδαιμόνιο που επικρατούσαν εκείνες τις ώρες καθώς και το βαθύ σκοτάδι, αψήφησε τη ζωή της, πέταξε το όπλο της και το δίκοχο και χάθηκε σαν το αγρίμι μέσα στο δάσος. Προχωρώντας με μεγάλη δυσκολία ανάμεσα στα χαμόκλαδα, και όσο το ένστικτό της της επέτρεπε να καταλάβει, ακολούθησε κατεύθυνση αντίθετη με αυτήν που θα ακολουθούσαν σε πολύ λίγη ώρα οι άλλοι αντάρτες. Βάδισε αρκετά στον κατηφορικό δρόμο κι όταν είδε την κόκκινη φωτοβολίδα στον Ουρανό, σημάδι ότι θα ξεκινούσε το τάγμα, μπήκε σε μια πολύ καλή κρυψώνα και κάθισε σχεδόν ακίνητη για αρκετές ώρες.
—Παναγίτσα μου, αν τα καταφέρω τώρα και γλιτώσω δε θα πάθω ποτέ τίποτα.
Είχε προχωρήσει αρκετά η νύχτα και δεν ακουγόταν τίποτα παρά μόνο κάποια νυχτοπούλια και άλλα μικρά ζωάκια του δάσους, που της έκοβαν πότε πότε την ανάσα. Σε λίγο θα ξημέρωνε και προτίμησε να παραμείνει εκεί όπως ήταν «λουζιασμένη» μέχρι το βράδυ της επόμενης μέρας, διότι έπρεπε να περπατάει μόνο τις νύχτες, για να μην τη δουν οι χωρικοί και πέσει σε κάποιον που θα ήταν φίλος των ανταρτών και την παραδώσει. «Τι να κάνει» σκεπτόταν. Μέσα στον φόβο και τη σύγχυσή της ο νους της έβαζε πάρα πολλά. Άρχισε να θυμάται τον αγαπημένο της Σταύρο και να κλαίει όσο της επέτρεπε η ψυχική της κατάσταση.
—Μα του είπα, μη σηκώνεις το κορμί σου πάνω. Μην ανησυχείς, μου λέει, φυλάγομαι πίσω από τον κορμό του δέντρου, εσύ πρόσεχε που είσαι άμαθη, εγώ πέρασα πολλές μάχες κι ούτε γρατσουνίστηκα ποτέ.
Κι όμως… Γιατί, Θεέ μου, γιατί να γίνεται αυτός ο πόλεμος; Γιατί να σκοτώνονται τα Ελληνόπουλα από τα ίδια τα Ελληνόπουλα; Όταν πολεμούσαμε τους Γερμανούς, άξιζε να θυσιάσουμε τη ζωή μας για τη Λευτεριά της πατρίδας. Τώρα όμως; «Οργή και κατάρα στους πρωταίτιους.»
Άραγε πού τον έθαψα; Μα τη μάνα μου, αν είχα τη δυνατότητα να γυρίσω πίσω δε θα ‘βρισκα το μνήμα του.
Είπε «μάνα» και την έπιασαν περισσότερο τα κλάματα.
Λυγμοί και δάκρυα ασταμάτητα.
Μανούλα μου καταλαβαίνω πως περνάς τώρα. Προσευχήσου μαζί μου στον Θεό και συ και ο πατέρας να συναντηθούμε και να ζήσουμε όπως και πριν. Μα τι λέω; Θα συναντηθούμε; Αν η Πάτρα είναι ανταρτοκρατούμενη, πώς θα μπορέσω να μπω μέσα εφόσον είμαι λιποτάκτισσα;
Αγνάντεψε προς τα κάτω και έβλεπε μόνο ράχες με πυκνά δάση. Ανηφόρες, κατηφόρες, κάποια ξέφωτα, ένα ποτάμι, αλλά ούτε ένα σπίτι πουθενά.
Επειδή ήξερε Γεωγραφία, σκέφτηκε ότι αν προχωρούσε ευθεία, κάποια στιγμή θα ‘φτανε στον δρόμο Γιάννινα-Πάτρα-Αθήνα.
Από τη μεγάλη της ταλαιπωρία έπεσε σε βαθύ ύπνο, από τον οποίο ξύπνησε το σούρουπο της επόμενης μέρας, οπότε και ξεκίνησε το περπάτημα μέσα στα πυκνά δάση.
Την ώρα λοιπόν που το βαθύ σκοτάδι έπεφτε μέσα στο πυκνό δάσος και ήταν αναγκασμένη να περπατάει ασταμάτητα, η άμαθη από τέτοιες δυσκολίες δασκάλα της πολυσύχναστης πόλης, περνούσε το πιο μεγάλο μαρτύριο από τον φόβο της ερημιάς και του αγνώστου. Τα θροΐσματα των δέντρων, τα φτερουγίσματα των νυχτόβιων πουλιών, τα περπατήματα των άγριων ζώων πάνω στα ξερόφυλλα, τα βουίσματα των χειμάρρων που χτυπούσαν σε σπηλιές και βράχους, δημιουργώντας πληθώρα ήχων, της προκαλούσαν ρίγη κι έκαναν την καρδιά της να χτυπάει δυνατά, το μυαλό της να τρέχει στο κακό και την ψυχραιμία της να χάνεται. Μέσα στη βαθιά νύχτα, όποια σκιά κι αν έβλεπε, της φαινόταν αλλόκοτη. Πέτρες, κλαριά και θάμνοι με παράξενα σχήματα, ξεραμένοι κορμοί δέντρων γερμένων, όρθιων, πλαγιαστών ή πεσμένων, στη φαντασία της έπαιρναν άλλες διαστάσεις και γίνονταν γίγαντες, θεριά, άνθρωποι οπλισμένοι και όποιο άλλο επικίνδυνο πλάσμα θα μπορούσε να της προξενήσει δέος και φρίκη. Οι κραυγές των ζουλαπιών της νύχτας της έκοβαν τα ήπατα.
Μετά από τρεις μέρες φρίκης, τρόμου και κούρασης, έφθασε σ’ ένα ποτάμι με μια τοξοειδή γέφυρα. Μες το σκοτάδι κατάφερε να ξεχωρίσει τις σιλουέτες από δύο ζώα φορτωμένα με τους αγωγιάτες τους που περνούσαν απέναντι. Κατάλαβε ότι ήταν ο ποταμός Αχελώος. Έπρεπε κι αυτή υποχρεωτικά να περάσει από ‘κει διότι δεν υπήρχε άλλο πέρασμα. Έβαλε όση δύναμη και κουράγιο της είχε απομείνει και πέρασε ευτυχώς, χωρίς κανένα πρόβλημα, συνεχίζοντας την πορεία της.Στο τέλος της γέφυρας και μέσα στο σκοτάδι και στα χαμόκλαδα προς τα δεξιά της, στον ανήφορο, της φάνηκε ότι είδε ένα εκκλησάκι.
Πω! πω! πόση λαχτάρα την έπιασε. «Μωρέ θα πάω μέχρι εκεί και δεν έχω να φοβηθώ τίποτα. Ο Άγιος θα με προστατέψει».
Με μια ανάσα έβγαλε την ανηφόρα. Θεέ μου τι έκπληξη!! Μια μικρή εκκλησούλα με καμπαναριό, που στην κορυφή του υπήρχε ένας σταυρός ολόλευκος, μικρός μεν στο μέγεθος αλλά τεράστιος προστάτης στην ψυχή της. Κατευθύνθηκε στην πόρτα να την αγκαλιάσει και να τη φιλήσει, όταν:
—Ω! Θεούλη μου, άνοιξε από μόνη της. Θαυμαστό σημάδι. Θέλει να με δεχτεί, να με προφυλάξει, να με βοηθήσει.
Γονάτισε και με ταπεινότητα, με δάκρυα και αναφιλητά προχώρησε στο ιερό της τέμπλο. Αγκάλιασε τις εικόνες και φιλώντας τις, τις περιέβρεξε με τα δάκρυά της. Δεξιά της Ιεράς πύλης κατάφερε να διακρίνει την εικόνα του Αγίου Γεωργίου και αριστερά την γλυκύτατη Παναγία με τον Χριστούλη στην αγκαλιά της. Τώρα πλέον δε φοβάται. Βρίσκεται στον δικό της αγαπημένο κόσμο, βρίσκεται στη σκέπη των Αγίων. Κάθισε σ’ ένα ξύλινο στασίδι να ξεκουραστεί και άρχισε την κουβέντα με την Ιερή οικογένεια. Αυτή έλεγε τον πόνο της, τις περιπέτειές της, τους φόβους της, κι εκείνοι απαντούσαν με τη δική της φωνή, δίνοντάς της κουράγιο, ελπίδα και ασφάλεια.
Κάθισε πολλή ώρα. Όμως έπρεπε να προχωρήσει όσο ήταν ακόμη νύχτα, γιατί ο δρόμος για τη λύτρωση ήταν ακόμη μακρύς και άγνωστος.Πριν φύγει έταξε ό,τι όταν φτάσει με το καλό στο σπίτι της και φτιάξουν τα πράγματα θα φτιάξει την εκκλησούλα ολοκαίνουργη.
Αποχαιρέτησε τους αγαπημένους της και, δυναμωμένη πλέον, πήρε το στενό χωμάτινο μονοπάτι. Βαδίζοντας λοξά κάθετα προς τον Αχελώο και τη στιγμή που στην Ανατολή φάνηκε η πρώτη φωτεινή λουρίδα, βρέθηκε μπροστά σ’ ένα μεγάλο και απότομο φαράγγι. Με κάποια προσπάθεια κατάφερε να χωθεί μέσα σε μια σπηλιά του, όπου πέρασε ολόκληρη τη μέρα με ασφάλεια.
Μετά από άλλες τρεις μέρες πεζοπορίας και κατεβαίνοντας μια βουνοπλαγιά, είδε στο βάθος και αρκετά μακριά να απλώνεται μια μεγάλη θάλασσα. Όμως είχε εξαντληθεί, δεν μπορούσε ν’ αντέξει περισσότερο. Οι δυνάμεις της πλέον την είχαν εγκαταλείψει ολοσχερώς. Κάτω από τα πόδια της απλωνόταν ένα μεγάλο χωριό. Αποφάσισε να χτυπήσει την πόρτα σε κάποιο σπίτι κι «ό,τι έχει να γίνει ας γίνει».
Πλησίασε ένα απομακρυσμένο ισόγειο σπιτάκι με μια πόρτα ανάμεσα από δύο παράθυρα. Είδε φως μέσα και χτύπησε όσο πιο δυνατά μπορούσε, ενώ ταυτόχρονα σωριάστηκε κάτω. Μια κυρούλα της άνοιξε και σχεδόν την έσυρε προς τα μέσα, αμπαρώνοντας καλά την κακοφτιαγμένη ξύλινη πόρτα. Ήταν τόσο καταπονημένη που πρόλαβε μόνο να ψελλίσει “σώσε με”. Η κυρούλα όταν την είδε με στρατιωτικά ρούχα κατάλαβε. Αμέσως την ανέβασε σ’ ένα κρεβάτι και την ξάπλωσε ανάσκελα. Η Άννα έπεσε σε βαθύ λήθαργο. Τα ρούχα της μέσα κι έξω είχαν γίνει κάτασπρα από τις πολλές ψείρες.
Η κυρούλα έπρεπε να τα καθαρίσει το ίδιο βράδυ κιόλας, γιατί αλλιώς κινδύνευε να γεμίσει όλο το σπίτι. Γι’ αυτό απογύμνωσε εντελώς τη δύστυχη κοπέλα και τα ρούχα της τα έκαψε εκείνη τη στιγμή στην αυλή και σ’ έναν παλιό φούρνο που είχε. Παράλληλα έπλυνε με χλιαρό νερό ολόκληρο το γυμνό της σώμα, τυλίγοντας συγχρόνως τα πόδια της με καθαρές πετσέτες εμποτισμένες με χαμομήλι, για να ανακουφισθούν και να της περάσουν και οι πόνοι.
Όσο για τα πλούσια αλλά βρώμικα μαλλιά της, τα τύλιξε, προσωρινά, σφιχτά, μ’ ένα ειδικό πανί που περιείχε ψειρόσκονη και αρκετό ξύδι. Η γλυκιά μας ηρωίδα ούτε που κατάλαβε τίποτα.
Μέσα στη νύχτα η αρχόντισσα του σπιτιού επισκέφθηκε το σπίτι του κουνιάδου της, του Στράτου, που διατηρούσε ένα μικρό μαγαζάκι στο χωριό με ρούχα και προμηθεύτηκε όλα όσα χρειάζονταν για να ντυθεί η μικρή φιλοξενούμενη. Ο Στράτος ήταν αδελφός του άντρα της που είχε σκοτωθεί σε μια μάχη με τους αντάρτες.
—Μη με ρωτάς τίποτα απόψε. Μη λες σε κανέναν τίποτα. Θα τα πούμε αύριο του είπε και έφυγε σαν αστραπή.
Τίποτα δε βρήκε αλλαγμένο στο σπίτι. Έσφαξε μια κότα και τη μαγείρεψε, είχε και τυρί, βούτυρο, φρέσκα αυγά για να φάει και να ανακάμψει η δυστυχισμένη αντάρτισσα.
Το μεσημέρι η Άννα πετάχτηκε τρομαγμένη από το κρεβάτι και έβγαλε μια υστερική φωνή σαν στριγκλιά, καθώς αντίκρισε το σώμα της γυμνό. Η κυρά Κούλα, αφού την ηρέμησε, της είπε τα καθέκαστα και αμέσως την έβαλε στη σκάφη να πλυθεί με άφθονο νερό και σαπούνι. Επακολούθησε το ξεψείριασμα των μαλλιών της και στη συνέχεια της έδωσε να φορέσει μια ολοκαίνουργια ενδυμασία, ένα πολύχρωμο κλαρωτό φόρεμα.
Έγινε μια πραγματική κούκλα.
Τα διηγήθηκε όλα στην κυρούλα, εκτός του μοιραίου γάμου της: Ότι καταγόταν από την Πάτρα, ότι ήταν δασκάλα, ότι η επιθυμία της ήταν να επιστρέψει στην οικογένειά της, που ανησυχούσε, και θα ήταν ευγνώμων αν μπορούσε βέβαια κάποιος να τη βοηθήσει σε αυτό.
—Είναι αλήθεια, κυρά Κούλα, ότι η Πάτρα είναι ανταρτοκρατούμενη;
—Όχι κόρη μου, οι αντάρτες έχουν φύγει πια για την Ήπειρο. Μην ανησυχείς, θα σε στείλω εγώ στους γονείς σου. Μόνο που θα περιμένεις πέντε μέρες ακόμη ώσπου να ‘ρθει ο γιος μου από τα Γιάννινα με το φορτηγό του και θα σε παραδώσει εκείνος στους δικούς σου με ασφάλεια. Μην ανησυχείς και να μου έχεις εμπιστοσύνη. Θέλω όμως μόλις φτάσεις να με πάρεις τηλέφωνο, για να είμαι κι εγώ ήσυχη. Αυτές τις μέρες που θα μείνεις εδώ μαζί μου καλό είναι να λες στον κόσμο ότι είσαι ανιψιά μου από μια ξαδέρφη που είναι παντρεμένη σ’ ένα μακρινό χωριό.
Έτσι θεία και ανιψιά γύριζαν παντού μαζί. Πήγαν στην εκκλησιά την Κυριακή, πήγαν στον Καρβασαρά και στο Αγρίνιο, απ’ όπου επικοινώνησε τηλεφωνικώς η Αννούλα με τους αγαπημένους και πονεμένους γονείς της, καθησυχάζοντάς τους ότι είναι πολύ καλά στην υγεία της και ότι σε πέντε μέρες θα βρισκόταν κοντά τους.
Αυτές οι μέρες ήταν αρκετές για να πάρει τα πάνω της η δασκάλα και να ξεχάσει για πάντα ότι επί τρεις μήνες ήταν μια επικίνδυνη «Συμμορίτισσα», ειδικευμένη στο να σκοτώνει ανθρώπους.
—Θεούλη μου, χρυσέ μου Θεούλη, πώς τα κατάφερνα και ντουφεκούσα; Πόσες φορές δε σε παρακάλεσα να με βοηθήσεις να μη λοξοδρομήσει καμιά σφαίρα και σκοτώσει κάποιο Ελληνόπουλο; Όμως σε παρακαλώ κάνε το θαύμα σου. Φέρε μου πίσω και τον αγαπημένο μου Σταύρο. Γιατί σκοτώθηκε; Ήταν καλό παιδί.
Για κάποια στιγμή είχε ξεχάσει ότι ήταν μορφωμένη και ότι αυτά που έλεγε ήταν αδύνατο να συμβούν, αλλά ο μεγάλος πόνος και η αγάπη της για τον άντρα της, την έκαναν ώρες ώρες να παραλογίζεται.
Από την άλλη μεριά η κυρά Κούλα, εδώ που τα λέμε, ήθελε να στείλει στην Πάτρα την όμορφη νέα με τον γιο της τον Λάκη, όχι τόσο γιατί δεν αισθανόταν ασφάλεια με το να την επιβιβάσει σ’ ένα λεωφορείο, αλλά επειδή τη συμπάθησε πάρα πολύ και επεδίωκε να τους φέρει σε επαφή, μήπως και καταλήξουν σε κάποιο ευτυχές αποτέλεσμα γάμου.
Ο Λάκης της ήταν ένας πανέμορφος άντρας, είκοσι επτά ετών (ίδιος με τον μακαρίτη τον πατέρα του), με έναν αξιόλογο χαρακτήρα. Είχε δικό του φορτηγό κι εκτελούσε το δρομολόγιο Γιάννινα -Αθήνα.
Αυτές ήταν κάποιες από τις σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό της καλοκάγαθης και καλόκαρδης κυρούλας, χωρίς όμως η ίδια ποτέ να κάνει την παραμικρή νύξη στη γλυκιά Άννα.
Ο Λάκης ήρθε, και μια Δευτέρα πρωί η Άννα αναχώρησε μαζί του, φορτωμένη μ’ ένα σωρό δώρα από τη «θεία της».
Θεωρώ περιττό να περιγράψω το τι έγινε κατά το αντάμωμα της Άννας με τους δικούς της. Γονείς και συγγενείς αναβίωσαν στις καρδιές τους «το Απολωλώς είν’ και ευρέθη». Έτσι η οικογένεια συναντήθηκε και πάλι και τέλος καλό όλα καλά.
Όμως μετά από λίγο καιρό η δασκαλίτσα μας κατάλαβε ότι ήταν έγκυος. Όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου γέννησε ένα χαριτωμένο αγοράκι. Τι χαρά, τι ευτυχία. Γεννήθηκε ο αγαπημένος της Σταύρος. Έτσι ονόμασε το παιδάκι της, «Σταύρο».
Στο ληξιαρχείο γράφτηκε το όνομά του κανονικά όπως έπρεπε: «Σταύρος Σάρκας της Άννας, αγνώστου πατρός» και τούτο γιατί ο γάμος της έγινε στο βουνό, από το Κράτος του βουνού του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος, κρυφά κι απόκρυφα και, κατά συνέπεια, χωρίς καμία απολύτως έγγραφη καταχώρηση. Δυστυχώς ήταν κι αυτό ένα από τα δυσάρεστα γεγονότα που επέφεραν οι καταστρεπτικές συνέπειες του αδικαιολόγητου πολέμου.
Μετά από τρία περίπου χρόνια και αφού βελτιώθηκε λίγο η κατάσταση, η Άννα με τους συγγενείς της ανέβηκαν στα βουνά της Ευρυτανίας, με σκοπό να βρουν τον τάφο του αγαπημένου της Σταύρου Ουμάδη και να μεταφέρουν τα οστά του στον τόπο της, για να τον αισθάνεται πάντα κοντά της. Δυστυχώς όμως, παρά τις πολυήμερες προσπάθειες, δεν κατάφεραν να τον εντοπίσουν.
Στη συνέχεια η Άννα διορίστηκε δασκάλα και ζούσε ήσυχα μαζί με τους γονείς της και το παιδί της. Παράλληλα όμως έκανε εντατικές προσπάθειες και συνεχείς κινήσεις προς τις αρμόδιες Κρατικές Αρχές, ώστε να αναγνωριστεί ο γάμος της, αλλά μάταια. Δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία.
Έτσι ο καιρός περνούσε, το παιδί μεγάλωνε κι όταν έφτασε επτά ετών η μητέρα του τού αφηγήθηκε όλη την ιστορία της. Δεν παρέλειψε βέβαια να του αναφέρει και την μη ανεύρεση των λειψάνων του αδικοσκοτωμένου πατέρα του, που καθιστούσε ανέφικτη την αναγνώριση του γάμου της. Είναι γεγονός ότι η Άννα, πιστή στην αγάπη για τον άντρα της και στον όρκο που είχε δώσει, δεν ήθελε ούτε να ακούει για παντρειά, παρ’ όλα τα πολλά τυχερά που της είχαν κατά καιρούς παρουσιαστεί.
« Μετά από είκοσι τρία χρόνια »
Σε κάποια συνοικία Δυτικά των Πατρών διέμενε η φιλήσυχη και εκλεκτή οικογένεια του Νίκου Σαρδή. Καταγόταν από την Ήπειρο και είχε μετακομίσει πριν από δύο χρόνια στην Πάτρα, επειδή η κόρη τους Σωτηρούλα είχε περάσει ως φοιτήτρια στην Ιατρική του Πανεπιστημίου Πατρών.
Η Σωτηρούλα ήταν μια πολύ έξυπνη και πανέμορφη Ηπειρώτισσα, αφοσιωμένη στα βιβλία της και με μεγάλο πάθος για την Ιατρική Επιστήμη. Είχε περάσει δεύτερη στο Πανεπιστήμιο Πατρών πριν από δυο χρόνια. Ήθελε να γίνει παιδίατρος, γιατί αγαπούσε πολύ τα παιδιά.
Ο Νίκος Σαρδής, από τη στιγμή που η κόρη του γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο, αναγκάστηκε να πάρει την οικογένειά του και να μετακομίσουν στην Πάτρα για να είναι όλοι μαζί. Τώρα παίρνει σύνταξη από το ΙΚΑ ως χειριστής βαρέων μηχανημάτων, καθώς εργαζόταν επί σαράντα χρόνια σε μπουλντόζες, εκσκαφείς, οδοστρωτήρες και σε άλλα τέτοια σκαπτικά μηχανήματα.
Κάποια μέρα λοιπόν, η όμορφη φοιτήτρια ανακοίνωσε στον πατέρα της ότι είναι ερωτευμένη με κάποιον συμφοιτητή της και ότι είναι αποφασισμένη μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους να παντρευτούν. Το νέο αυτό το δέχτηκε πολύ θετικά όλη η οικογένεια.Η μάνα ιδιαίτερα χάρηκε πάρα πολύ, αλλά το ίδιο θα λέγαμε και για τον γιο τους, που εργαζόταν στον Δήμο Πατραίων.
—Με το καλό κόρη μου και με του Θεού τη δύναμη να σε καμαρώσουμε νυφούλα με τον αγαπημένο σου. Πως λέγεται το παιδί και σε ποιο έτος βρίσκεται; ρώτησε η Τασία, η μητέρα της Σωτηρούλας.
—Σταύρος Σάρκας λέγεται, είναι ορφανός, ο πατέρας του είχε πεθάνει πριν γεννηθεί ο Σταύρος. Τελειώνουμε μαζί τις σπουδές μας σε τρία χρόνια από τώρα.
—Με το καλό! με το καλό! μα πρέπει να μας τον φέρεις να τον γνωρίσουμε.
Έτσι και έγινε λοιπόν, ο Σταύρος πήγε στο σπίτι με τη μάνα του την Άννα και οι δύο οικογένειες γνωρίστηκαν. Έφαγαν όλοι μαζί και χάρηκαν και γέμισε το σπίτι από ευχές και καλοσύνες. Από την ημέρα εκείνη, και κάθε Κυριακή σχεδόν, βρίσκονταν όλοι μαζί, πότε στο ένα σπίτι και πότε στο άλλο και πότε έξω στις καφετέριες.
Όμως ο Νικόλας, από την αρχή κιόλας της γνωριμίας τους, είχε την εντύπωση ότι το όνομα Άννα Σάρκα κάτι του έλεγε. Κάπου έπρεπε να είχε ξανασυναντηθεί μαζί της. Κάτι έπρεπε να είχε ακούσει γι’ αυτήν. “Δεν είναι δυνατόν, είναι γνωστό το όνομα, αλλά πού, πότε, πώς;” Ερωτηματικά που τον βασάνιζαν συνεχώς και ιδιαίτερα όταν είχαν συναντήσεις.
Η ζωή λοιπόν προχωρούσε. Τα παιδιά περνούσαν επιτυχώς όλα τα μαθήματα, γιατί και οι δυο τους ήταν πολύ καλοί και συνεπείς φοιτητές.
Μετά από δυο χρόνια συχνής επαφής των δύο οικογενειών, μια Κυριακή μεσημέρι στο σπίτι του Νίκου είχαν συγκεντρωθεί και γευμάτιζαν οι τρεις γονείς, χωρίς την παρουσία των παιδιών. Η Άννα, που από καιρό είχε παρατηρήσει ότι ο συμπέθερος φορούσε στα χέρια του δυο βέρες, από μια στο κάθε χέρι, πήρε το θάρρος και με τρόπο ευγενικό και σχετικά χιουμοριστικό τον ρώτησε:
—Από καιρό ήθελα να σας ρωτήσω, συμπέθερε, στην Ήπειρο οι άνδρες φορούν από δυο βέρες;
—Ααααα, όχι όχι… αναφώνησε και έβγαλε από το δάχτυλό του την αριστερή βέρα. Τελείως μηχανικά διάβασε φωναχτά το όνομα που έγραφε η βέρα στο εσωτερικό της: «..Άννα Σάρκα 1948 Ευρ», ενώ για μια στιγμή του κόπηκε η λαλιά και φάνηκε σαν κάτι να θυμήθηκε. Μόλις άκουσε αυτό η Άννα, έπεσε λιπόθυμη στην πολυθρόνα. Είδαν κι έπαθαν για να τη συνεφέρουν και μόλις συνήλθε και επανήλθε το χρώμα στο πρόσωπό της, έβγαλε και τη δική της βέρα διαβάζοντας στο εσωτερικό της: «Σταύρος Ουμάδης 1948 Ευρ». Και βρίσκοντας ξανά το κουράγιο της ρώτησε:
—Που τη βρήκατε αυτή τη βέρα;
—Το έτος 1951 δούλευα στη Μ.Ο.Μ.Α. ως μπουλντοζέρης, όταν μου ανέθεσαν να ανοίξω ένα δρομάκι σε κάποια ψηλή ράχη της Ευρυτανίας. Με την πρώτη κασμαδιά που έκανα είδα με έκπληξή μου ότι έβγαλα ένα ανθρώπινο κρανίο μαζί με λίγα οστά. Αμέσως ακινητοποίησα το μηχάνημα και πήγα μπροστά, όπου αντίκρισα έναν τάφο. Κάθισα με μεγάλη υπομονή και συγκέντρωσα όλα τα οστά που είχε μέσα.
Αφού τα καθάρισα και τα έπλυνα με κρασί, τα κράτησα δυο μέρες στην μπουλντόζα μου μέχρι που αγόρασα ένα όμορφο ξύλινο κασελάκι και τα τοποθέτησα μέσα, με λεπτομέρεια και με σεβασμό στον άγνωστο αντάρτη (γιατί για κάποιον αντάρτη σίγουρα επρόκειτο, είτε της μιας μεριάς είτε της άλλης). Την άλλη μέρα τα παρέδωσα στον παπά της Ενορίας και μετά από μια μικρή νεκρώσιμη ακολουθία τα τοποθετήσαμε στο οστεοφυλάκιο της Ενορίας του. Στο κασελάκι κάρφωσα μια μεταλλική πλακέτα με την επιγραφή: «Άγνωστος αντάρτης. Έπεσε υπέρ βωμών μιας ομάδας καταραμένων και κολασμένων απάτριδων, που είχαν μοναδικό στόχο την ανάληψη της Ελληνικής Εξουσίας».
Μέσα στον τάφο βρήκα κι αυτή τη βέρα που μου άρεσε πολύ και πιστεύοντας ότι επιτέλεσα ένα ιερό καθήκον ενταφιάζοντας, με τις ευχές και τις ευλογίες της Εκκλησίας μας, έναν λεβέντη Έλληνα θύμα κακίας αμαρτωλών, δήθεν Ελλήνων, την κράτησα για ενθύμιο και είναι η πρώτη φορά που τη βγάζω από το χέρι μου.
Συμπεθέρα μου δε σου κρύβω ότι, από την πρώτη στιγμή που σε συνάντησα, πίστευα απόλυτα ότι το όνομά σου κάτι μου έλεγε”.
Η βασανισμένη Άννα, πλημμυρισμένη από συναισθήματα συγκίνησης και χαράς μαζί, εξιστόρησε στους αγαπητούς της συμπεθέρους όλα όσα της συνέβησαν πριν από είκοσι τρία χρόνια με κάθε λεπτομέρεια, όπως ακριβώς αναγράφονται στο πρώτο μέρος της δραματικής μας ιστορίας. Στη συνέχεια, χαρούμενη πλέον, αποκάλυψε στον γιο της ότι τα λείψανα του πατέρα του βρέθηκαν.
Από εκείνη τη στιγμή η Άννα ξεκίνησε έναν τεράστιο αγώνα χρησιμοποιώντας μάρτυρες, έγγραφα, μαρτυρίες και δικαστήρια με σκοπό να καταφέρει ώστε αυτός ο γάμος να λάβει επίσημη αναγνώριση. Δυστυχώς όμως τα όποια στοιχεία προσκόμισε δεν θεωρούνταν επαρκή για να γίνει η αναγνώριση. Ούτε καν το έγγραφο που έστειλε ο πρόεδρος της κοινότητας του Σταύρου αποτέλεσε ισχυρό στοιχείο αναγνώρισης, και το οποίο έγραφε:
«Ο Σταύρος Ουμάδης είναι γραμμένος στα μητρώα αρρένων του χωριού μας με αύξ. αριθμ. Μητρώου….. Κάνουμε γνωστό ότι ο ανωτέρω, κατά πληροφορίας των γονέων του, εφονεύθη το έτος 1948 υπηρετώντας στα αντάρτικα σώματα του Δημοκρατικού στρατού κάπου στην Ευρυτανία».
Ένα μεσημέρι χτύπησε η πόρτα του σπιτιού της Άννας. Άνοιξε ο γιος της Σταύρος και αντίκρισε μια κυρία που περίμενε έξω.
(—“Θεούλη μου, πανομοιότυπος του πατέρα του!!”) είπε μέσα της.
—Σας παρακαλώ, εδώ είναι το σπίτι της κυρίας Άννας Σάρκα; Μπορώ να τη δω;
—Εδώ είναι, περάστε παρακαλώ.
Οι δυο κυρίες κάθισαν στον καναπέ αντικριστά.
—Είστε η κυρία Άννα, η σύζυγος του αδικοχαμένου Σταύρου Ουμάδη, αν δεν απατώμαι.
—Ναι αυτή είμαι, εσείς ποια είστε και τι γνωρίζετε για μας;
—Έρχομαι από το χωριό του μακαρίτη του συζύγου σας. Μια μέρα με κάλεσε ο πρόεδρος της κοινότητας του χωριού μου και με ρώτησε αν γνωρίζω κάποια πράγματα για τον Σταύρο, που τα ζητούσε η γυναίκα του κυρία Άννα Σάρκα από την Πάτρα.
—Και γιατί κάλεσε εσάς, τι γνωρίζετε εσείς για εκείνον; Ποια είστε κυρία μου;
—Λέγομαι Τρισεύγενη, σας λέει τίποτα το όνομα αυτό; Είμαστε και οι δυο μας άτυχες… Τον Σταύρο τον αγαπούσα πολύ, αλλά κι εκείνος μ’ αγαπούσε. Πως να σας το πω, είμαστε πολύ ερωτευμένοι και περνούσαμε πολύ καλά στο χωριό μας, αν εξαιρέσει κανείς τις εφιαλτικές στιγμές του πολέμου. Την ημέρα φυλάγαμε μαζί με τον Σταύρο τα προβατάκια μας και το βράδυ εκείνος κοιμόταν μέσα στις σπηλιές του βουνού για να μην τον στρατολογήσουν οι αντάρτες. Ο βασικός μας στόχος ήταν να έρθει η στιγμή που θα φτιάξουν τα πράγματα για να παντρευτούμε. Όμως η κατάσταση πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Δεν έβλεπα καμιά αχτίδα ελπίδας. Πέραν τούτου όμως είχα καταληφθεί από ένα αίσθημα παραλογισμού και αλλοφροσύνης. Δεν ήξερα τι ήθελα, δεν ήξερα τι ζητούσα. Ήθελα να είμαι ελεύθερη, να μην αισθάνομαι στην πραγματικότητα δεσμευμένη. Ήθελα να σκοτώσω τους εχθρούς της πατρίδας μου χωρίς να γνωρίζω ποιοι ήταν αυτοί. Ήθελα να γίνω πλούσια από τις μοιρασιές των ξένων περιουσιών. Ήθελα να αφανίσω τους μοναρχοφασίστες χωρίς να ξέρω ποιοι ήταν αυτοί και τι κακό έκαναν. Ήθελα η κοινωνία να μη με βλέπει μόνο σαν γυναίκα-μηχανή που κάνει παιδιά, «παιδοποιητική» μηχανή, όπως άκουγα να λένε, αλλά ήθελα να κάνω πολλά παιδιά δικά μου με τον αγαπημένο μου. Πράγματα πολλά ήθελα και τα οποία δε στερούμουν.
Αλλοπρόσαλα πράγματα ήθελα, αγαπητή μου κυρία. Πίστεψα ότι όλα αυτά κι άλλα πολλά θα τα ’βρισκα αν πολεμούσα στο πλευρό των ανταρτών. Γι’ αυτό πήρα πλέον την απόφαση να καταταχθώ με τη θέλησή μου στους αντάρτες, αλλά μαζί με τον Σταύρο μου.
Έτσι ένα μοιραίο πρωινό ανακοίνωσα την απόφασή μου αυτή στον Σταύρο και τον παρότρυνα να παρουσιαστούμε μαζί. Εκείνος μου είπε επί λέξη: «Κάθισε στ’ αυγά σου όπως είσαι. Μη βάζεις τον εαυτό σου σε περιπέτειες. Μην πιστεύεις σε ό,τι ακούς. Μπόρα είναι και θα περάσει. Εγώ σου το λέω, δε θ’ αργήσουν να ‘ρθουν οι καλές μέρες και τότε θα κάνουμε έναν ωραίο γάμο και πολλά παιδιά».
Όμως δεν τον πίστεψα. Επισκέφθηκα το στρατηγείο των ανταρτών και είπα στον Διοικητή ότι θέλω να καταμαρτυρήσω την κρυψώνα του Σταύρου με την προϋπόθεση να μας τοποθετήσει στην ίδια μονάδα και να μας επιτρέψει να παντρευτούμε. Ο Διοικητής με συγχάρηκε για την ηρωική αυτή πράξη (όπως είπε), δίνοντάς μου παράλληλα την υπόσχεση ότι θα γίνουν όλα έτσι. Όταν έγινε η προδοσία την επόμενη κιόλας μέρα, αφού έπιασαν τον Σταύρο, τον έστειλαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Πικράθηκα, απελπίστηκα και δραπέτευσα. Είμαι αμαρτωλή. Εγώ σκότωσα τον αγαπημένο σου σύζυγο. Ήρθα από τόσο μακριά για να σου ζητήσω συγχώρηση και να σε βοηθήσω σ’ ό,τι με χρειαστείς προκειμένου να αναγνωριστεί ο γάμος σου”.
—Κυρία μου δεν είμαι σε θέση να εκτιμήσω αν είσαι αμαρτωλή ή όχι. Πολύ περισσότερο δε, να συγχωρήσω τις αμαρτίες αυτές. Γι’ αυτά τα πράγματα αρμόδιος είναι ο Ύψιστος και μόνο. Όσον αφορά τη βοήθειά σου, σ’ ευχαριστώ, αλλά είμαι σίγουρη ότι δεν μπορείς να μου προσφέρεις καμιά βοήθεια.
Η Τρισεύγενη με δάκρυα στα μάτια αποχαιρέτησε και εξαφανίστηκε για πάντα.
—Μα τι ξαφνικό ήταν αυτό; Τι ανέλπιστη και περίεργη επίσκεψη; Κοίταξε μωρέ πως έρχονται τα πράγματα…
Σε τι μπορούσε να με βοηθήσει; Με το να έλεγε ότι ήταν πρώην ερωμένη του, αυτό δεν πρόσφερε τίποτα στην όλη υπόθεση.
Τι πρέπει να κάνω τώρα; Αν έβρισκα κάποιον που να μαρτυρούσε ότι γνώριζε κάτι για τον γάμο, το πρόβλημα θα λυνόταν. Έτσι της είπε και ο Διοικητής της Αστυνομίας. Ο παπάς! μωρέ ο παπάς! αν βρεθεί εκείνος, θα πει ότι έκανε το μυστήριο!
Την άλλη μέρα λοιπόν ξεκίνησαν όλοι για το χωριό εκείνο στο οποίο βρισκόταν το εκκλησάκι, για να ρωτήσουν για τον παπά.
—Αααα!! αυτός έχει τρία χρόνια που πέθανε λόγω γηρατειών!! τους ενημέρωσε ένας εκ των κατοίκων.
Τότε αποφάσισαν και επισκέφθηκαν οι ίδιοι το ερημικό εκκλησάκι μπας και βρουν κάτι τι.
Ήταν ένα μικρό εκκλησάκι παραμελημένο από τους ανθρώπους και παραδομένο στα ανελέητα χτυπήματα της άγριας Φύσης, χορταριασμένο και απεριποίητο, μισογκρεμισμένο από τη μια του πλευρά, που στεκόταν ακόμα στην ερημιά λες και περίμενε την Άννα να το επισκεφθεί, που κάποτε είχε βγει νυφούλα από κείνο. Κάποιες εικόνες ευτελούς αξίας, που είχαν γλυτώσει από τους ιερόσυλους, στόλιζαν το τέμπλο και το ιερό του.Μπήκαν στο Ιερό του. Εκεί, δίπλα στην Άγια Τράπεζα είδαν ότι υπήρχε μια παλιά χειροποίητη κασέλα (ξύλινο μπαούλο) με μεγάλες τρύπες από τους ποντικούς. Ο συμπέθερός την άνοιξε και είδε ότι υπήρχαν μέσα αρκετά ιερά βιβλία, όμως όλα φθαρμένα από τον χρόνο και καταφαγωμένα από τα διάφορα νυκτόβια τρωκτικά. Τα κοίταξαν με λεπτομέρεια φύλλο προς φύλλο, μήπως και βρουν κάποιο σχετικό χαρτί μέσα.
Μέσα σ’ ένα παλαιό Μηναίο βρήκε ο Σταύρος μια μονοσέλιδη εγκύκλιο της Ιεράς Μητρόπολης που έγραφε ότι «οι
αποδεδειγμένως άποροι Α΄ κατηγορίας απαλλάσσονται παντελώς από την υποχρέωση καταβολής χρημάτων για οποιαδήποτε ιεροτελεστία που θα κάνουν».
Σ’ ένα παράφυλλο άλλου Εκκλησιαστικού βιβλίου κάποιος παπάς έγραφε:
«Ενθυμητικόν: Παρακαλώ όλους εσάς τους αδελφούς μου Χριστιανούς που θα έρθετε μετά από εμάς, όταν εμείς αποδημήσουμε εις Κύριον, να αγαπάτε τον Θεό, να τον δοξάζετε, να τον υμνείτε εν εκκλησίες και να τον παρακαλάτε να ρίχνει πολλές βροχές στη γη και όχι όπως τώρα το 1902 που έχει πέντε μήνες να βρέξει».
Σε άλλο παράφυλλο έγραφε: «Ου Γιώργους τσ Αγγέλως πήρι τ’ Βασίλου τ΄ Σράτ μι του έτσ του θέλου».
Σ’ ένα παλαιό Απόστολο έγραφε ο παπάς: «Ενθύμιση, Σήμερα 1917 πέθαναν από τ’ Γρίπ 28 χωριανοί. Ου Θεός ν’ αναπαύσ τη μψυχή τσ».
Αλλού υπήρχαν έγγραφες ενθυμήσεις για κλοπές, δολοφονίες, εγκλήματα των Γερμανών και άλλα πολλά. Ο συμπέθερος ξεφύλλιζε μια παλαιά ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΗ με Βυζαντινούς χαρακτήρες, μισοφαγωμένη και μισοκαμένη και γεμάτη από στερεοποιημένες σταγόνες κεριών. Σ’ έναν αδειανό χώρο κάποιας σελίδας, σχεδόν κοντά στο τέλος, έγραφε: ΕΝΘΥΜΗΤΙΚΟΝ:
«Σήμερα 24 του Αλωνάρι 1948 στεφάνωσα τον Αντάρτη Ουμάδη Σταύρο με την ωραία αντάρτισσα Άννα Σάρκα με την απειλή των όπλων τους. Ο Θεός να τους ευλογεί και να τους δίνει φώτιση».
Αυτό ήταν, αμέσως ξεκίνησαν χαρές και πανηγύρια. Το βιβλίο αυτό, μαζί με τις βέρες και ό,τι άλλο παραστατικό στοιχείο υπήρχε, έφτασε στο Υπουργείο Εσωτερικών, με αποτέλεσμα μετά από τρεις μήνες να έλθει έγγραφο αναγνώρισης του γάμου κι έτσι ο νεαρός γιατρός να καταφέρει να γραφτεί επιτέλους στο ληξιαρχείο :
«Ουμάδης Σταύρος του Σταύρου και της Άννας».
Σημείωση συγγραφέα: «Τα ονοματεπώνυμα, τα τοπωνύμια, οι γεωγραφικοί χώροι, οι χρονολογίες, καθώς και τα όποια γεγονότα,που αναφέρονται στο κεφάλαιο αυτό «ΤΟ ΑΜΑΡΤΩΛΟ ΚΑΙ ΜΟΙΡΑΙΟ ΕΤΟΣ 1948» είναι τελείως φανταστικά και δεν έχουν ουδεμία σχέση με την πραγματικότητα. Έτσι κάθε ομοιότητα αποτελεί απλώς μια σύμπτωση».
Γρηγόριος Ντάφλος
τηλέφωνο 6906212020
Ακολουθήστε το e-maistros.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις