LIFESTYLE
Διονύσης Σαββόπουλος – Η εξομολόγηση για τον καρκίνο: «Παραμέρισα τη σκιά της αρρώστιας»
Ο σπουδαίος τραγουδοποιός μιλά για τη μάχη του με τον καρκίνο μέσα από την αυτοβιογραφία του «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα»
Μια συγκλονιστική εξομολόγηση κάνει ο Διονύσης Σαββόπουλος στο νέο του βιβλίο, την αυτοβιογραφία με τίτλο «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα».
Με την ειλικρίνεια και τη νηφαλιότητα που πάντα τον χαρακτήριζαν, ο σπουδαίος δημιουργός περιγράφει τη μάχη του με τον καρκίνο, χωρίς μελοδραματισμούς, χωρίς κραυγές. Μιλά ανθρώπινα – «όπως είναι τα πράγματα», όπως λέει κι ο ίδιος.
«Είχα κάτι ενοχλήσεις… και διαπιστώθηκε καρκίνος στον πνεύμονα»
Η διάγνωση ήρθε την άνοιξη του 2020, στις αρχές της πανδημίας, όταν η Αθήνα ήταν σιωπηλή και έρημη. Ο Σαββόπουλος περιγράφει με ψυχραιμία τη στιγμή που ενημερώθηκε πως πάσχει από καρκίνο στον πνεύμονα:
«Μια και είχα χρόνο στη διάθεσή μου, πήγα να δω τους γιατρούς, γιατί είχα κάτι ενοχλήσεις. Στις εξετάσεις διαπιστώθηκε καρκίνος στον πνεύμονα. Έτσι ξαφνικά; Όχι και τόσο ξαφνικά. Όλο γκούχου – γκούχου ήμουν το τελευταίο διάστημα, πάνω από πενήντα χρόνια καπνίζω, και σάς το λέω αυτό για να προσέχετε…».
Η αποκάλυψη αυτή έρχεται για πρώτη φορά μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του — ο καλλιτέχνης δεν είχε μιλήσει ποτέ δημόσια για την ασθένειά του.
«Μού αφαίρεσαν μισό πνευμόνι» – Η ζωή μετά την εγχείρηση
Ο Σαββόπουλος περιγράφει πώς προχώρησε σε χειρουργική επέμβαση και θεραπείες, χωρίς ποτέ να σταματήσει τη δημιουργική του δράση:
«Μού αφαίρεσαν μισό πνευμόνι, κι ύστερα μπήκα σε κάποιες θεραπείες, που όσο να ’ναι έχουν τις παρενέργειές τους. Κόπωση βασικά. Μια αίσθηση μεγάλης αδυναμίας».
Παρά την εξάντληση, δεν αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή. Αντίθετα, συνέχισε να δημιουργεί, να γράφει και να τραγουδά. Ο ίδιος σημειώνει χαρακτηριστικά:
«Παραμέρισα τη σκιά της αρρώστιας».
Οι συναυλίες, ο κορωνοϊός και η δεύτερη δοκιμασία
Κατά τη διάρκεια των θεραπειών του, ο Σαββόπουλος προσβλήθηκε και από κορωνοϊό, μετά από συναυλίες που έδωσε στην Κύπρο.
«Ενώ έκανα τις ανοσοθεραπείες μου κανονικά στο νοσοκομείο, μού ζήτησαν απ’ την Κύπρο να δώσω μερικές συναυλίες… Δεν μού ήταν δυνατό ν΄ αρνηθώ. Εγώ πάντα μάσκα φορούσα… Και μόλις γύρισα, έπεσα στο κρεβάτι με υψηλό πυρετό. Είχα φορτωθεί με κορωνοϊό. Ήμουν που ήμουν αδύναμος απ’ τις θεραπείες, άρπαξα και τον ιό στο αεροπλάνο…».
Μια ακόμα μάχη, μέσα στη μάχη.
«Ντράπηκα… κι ύστερα λύτρωσα τον εαυτό μου»
Η πιο συγκλονιστική στιγμή της εξομολόγησής του, όμως, δεν έχει να κάνει με ιατρικές λεπτομέρειες. Είναι μια στιγμή αμηχανίας και λύτρωσης, όπου ο καλλιτέχνης έρχεται αντιμέτωπος με τη σωματική του ευαλωτότητα.
«Ξυπνώ ένα βράδυ μούσκεμα. Είχα βρέξει εσώρουχα, πιτζάμες, σεντόνια… Τώρα; Πρέπει να φωνάξω τις νοσοκόμες; Πρέπει να με δουν έτσι; Είμαι ο… ο Σαββόπουλος. Δεν γίνεται. Γίνεται!…»
Και καταλήγει:
«Ένιωσα ξάφνου σαν να μην έχει σημασία πια, σα ‘να φύγε ένα βάρος από πάνω μου, ανάσανα, κι αφέθηκα στα χέρια των γυναικών. Με πλύνανε… με σκέπασαν. “Χρόνια Πολλά”, μού είπαν φεύγοντας οι αδελφές. Είχε έρθει το Πάσχα.»
Η ουσία πίσω από τα λόγια
Με λόγο γυμνό και αληθινό, ο Διονύσης Σαββόπουλος δείχνει πως ακόμη κι ένας άνθρωπος που έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής μπορεί να σταθεί ευάλωτος αλλά ακέραιος μπροστά στη φθαρτότητα.
Η αυτοβιογραφία του «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα» δεν είναι απλώς ένα βιβλίο για τη ζωή και τη μουσική του· είναι ένα μάθημα ψυχραιμίας, θάρρους και ανθρωπιάς.
