Connect with us

ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ

Όταν δεν σου μιλούν, πώς να μάθεις τις λέξεις

Δημοσιεύτηκε

στις

42

Όταν δεν σου μιλούν, πώς να μάθεις τις λέξεις
του Χρήστου Σακαρίκα
SAKARIKASΠολύ αργά, στο μεταπτυχιακό, τότε άρχισα να κατανοώ λίγα πράγματα για τον τρόπο που λειτουργεί το μυαλό. Μέχρι τότε όλα ακόμη και στα παιδαγωγικά μαθήματα, περνούσαν επιδερμικά. Ξώφαλτσα. Ίσως έπρεπε να πάρω μια σειρά από μαθήματα για την τεχνητή νοημοσύνη για να συνειδητοποιήσω γιατί πρωτομίλησα σε ηλικία πολύ μεγαλύτερη από ότι τα άλλα παιδιά.
Το δεύτερο μέρος, είχε μαθήματα κορμού και προαιρετικά. Όταν έδωσα το συμπληρωμένο δελτίο επιλογών, η γραμματέας γύρισε και με κοίταξε: «Τρελός είστε;» «Γιατί;» «Μα όλοι προσπαθούν να αποφύγουν αυτά τα μαθήματα, κανένας δεν παίρνει έξι και μάλιστα τόσο δύσκολα!» «Έχετε δίκιο, αλλά θέλω να το ψάξω», της απάντησα.
Ήθελα πράγματι να ψάξω, να ψάξω γιατί εμείς τα παιδιά της υπαίθρου, παρόλη την υψηλή μας ευφυΐα, είχαμε μικρό, περιορισμένο λεξιλόγιο.
Αυτό, ήταν για τότε, που ντρεπόμουνα να πάω στην τάξη, αφού δεν ήξερα να γράψω πέντε λέξεις γένους θηλυκού που να καταλήγουν σε –σα.
Τότε το μυαλό μας αξιοποιούσε τις λέξεις που άκουγε. Πάντα το μυαλό μας αξιοποιεί τις λέξεις που χρειάζεται για να επιβιώσουμε. Αυτές προσπαθεί να αναπαράγει και με αυτές να εκφράσει νοήματα.
Αν όσα έχεις να πεις είναι λίγα, τότε δεν χρειάζεσαι πλούσιο λεξιλόγιο.
Τότε, στην ύπαιθρο δεν είχαν οι οικογένειες να πουν πολλά γιατί όλη τη μέρα έτρεχαν στα ζωντανά και τα χωράφια με την αγωνία της επιβίωσης.
Αν, όσα έχεις να μετρήσεις είναι λίγα, τότε δεν έχεις ανάγκη ένα πλήρες αριθμητικό σύστημα. Στην κεντρική Αφρική οι αριθμοί τους ήταν τρείς όλοι κι όλοι: «ένα, δύο, πολλά».
Αλλά σήμερα, σήμερα ακούμε διαρκώς. Σήμερα που δεν σταματάμε να ακούμε έπρεπε να διαθέτουμε πλούτο γλωσσικών γνώσεων. Κι όμως δεν συμβαίνει έτσι. Πολλοί χρησιμοποιούμε 300 λέξεις όλες κι όλες. 300 λέξεις μόνον, και τις υπόλοιπες έννοιες τις διατυπώνουμε περιφραστικά, ή με νοήματα.
Ναι, σήμερα ακούμε, αλλά δεν συμμετέχουμε στη λεκτική επικοινωνία, δεν κάνουμε διάλογο. Απλά ακούμε παθητικά κάποιους άλλους, κυρίως μέσα από την τηλεόραση, να εκφράζουν τα δικά τους νοήματα. Ακούμε και κάποιους πολιτικούς μας την ώρα που κατεβάζουν το επίπεδο του διαλόγου στο υπόγειο.
Σήμερα, οι νέοι μας, (όχι όλοι, ευτυχώς), αλλά κυρίως όσοι ακολουθούν την ξεπεσμένη τεχνολογική μας εκπαίδευση, έχουν δυστυχώς γλωσσικές ελλείψεις.
Γιατί με απόλυτη αφροσύνη καταργήσαμε την πηγή της γλωσσικής ανάπτυξης, καταργήσαμε τη διδασκαλία της αρχαίας γλώσσας μας.
Όταν δεν έχεις ανάγκη κάτι, τότε δεν υπάρχει λόγος και να το αναπτύξεις. Αυτή είναι η βασική θέση του εγκεφάλου μας, που για λόγους δικούς του προσπαθεί να κουράζεται όσο γίνεται λιγότερο. Να γιατί δεν αφήνουμε την καρέκλα του καφενείου.
Τότε όμως, πως κάποιοι ξεχωρίζουν;
Η μαγική λέξη ονομάζεται κίνητρο. Αυτό είναι η κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης προόδου. Το κίνητρο!
Πρέπει δηλαδή να δημιουργήσουμε για τον καθένα μας τέτοια κίνητρα, που να μας προτρέπουν σε φιλόπονη συμπεριφορά.
Αντί γι’ αυτό σήμερα εμείς ισοπεδώσαμε τα πάντα, εμείς σκοτώσαμε τα κίνητρα!
«Έλα μωρέ, που θα κουραστείς τώρα να διαβάσεις, μόνο το χαρτί χρειάζεται, δεν είναι απαραίτητες οι γνώσεις. Χαρτί και μπλέ ή πράσινο δόντι!»
Όσο εμείς χαλαρώνουμε παρακολουθώντας εύπεπτες τηλεοπτικές σειρές, όσο λέμε στο παιδί που μας ρωτάει, «..σουτ, κάνε ησυχία να ακούσω γιατί γκαστρώθηκε η φοράδα της Ροζίτας», τόσο εκείνο θα παραμείνει με περιορισμένο λεξιλόγιο, τόσο οι συνάψεις των νευρώνων του μυαλού του θα μένουν ανενεργές, τόσο δεν θα δημιουργούνται νέες για να το κάνουν εξυπνότερο, τόσο θα απλώνει το χέρι στη μάννα για χρήματα, ακόμη κι όταν ξεπεράσει τα 30 ή φτάσει τα 35!
Γιατί, την κατάλληλη εποχή, στη σωστή ηλικία, δεν του δώσαμε κίνητρα να διδαχθεί πως είναι υπέροχο πράγμα η γνώση και δικαίωσή της γνώσης η δημιουργία.
Όταν αργότερα αυτό το παιδί, που του διδάξαμε να ζει χαλαρά, να κερδίζει άκοπα, να αποφεύγει την έντιμη διεκδίκηση, την προσπάθεια και τον ιδρώτα, όταν έρθει μπροστά στα πραγματικά προβλήματα της ζωής, τότε, στην ώρα της αλήθειας, διαπιστώνει πως δεν ξέρει και δεν μπορεί να τα λύσει. Τότε πελαγώνει και παραιτείται. Τότε παραδίνεται σε όποιον άθλιο του τάξει οτιδήποτε. Τότε έρχεται η στιγμή που εκμεταλλεύονται οι κάθε είδους «πολιτικοί» μας. Τότε του πουλούν ψήγματα ψεύτικης ελπίδας κι εκείνο υποτάσσεται και τους ακολουθεί σα χάνος.
Έπαθα, όταν διαπίστωσα ότι πολλοί, μα πάρα πολλοί συντοπίτες μας περιμένουν τις κάθε είδους εκλογές. Είναι τότε που θα τους μιλήσουν οι πολιτευτές, τότε θα τους σφίξουν το χέρι, τότε θα τους χτυπήσουν στην πλάτη και θα τους κεράσουν ούζο.
Είναι η εβδομάδα, άιντε το δεκαήμερο που θα νοιώσουν σπουδαίοι. Κι ας ξέρουν ότι από το πρωί της Δευτέρας θα ξαναπέσουν στην αφάνεια για τέσσερα ή πέντε χρόνια.
Η ψευδαίσθηση της σπουδαιότητας κυριαρχεί στο μυαλό τους. Όπως κυριαρχεί και η ψευδαίσθηση του ότι ο σπουδαίος πολιτικός, αυτός που έχει «άκρες», θα του δώσει ότι απόφυγε να δώσει ο ίδιος στον εαυτό του. Ότι θα του διορίσει το παιδί στο δημόσιο, ότι θα του «βγάλει» σύνταξη, ότι θα «καθαρίσει» για την παράτυπη επιδότηση. Ακόμη και σήμερα που αυτά είναι αδύνατα, αν τους τα τάξει κάποιος, θα τον πιστέψουν.
Για αυτούς η περίοδος της εβδομαδιαίας βασιλείας, έχει κύκλο πενταετίας
Να γιατί φτάσαμε εδώ. Φτάσαμε γιατί αποφύγαμε να γίνουμε μόνοι μας καλύτεροι και περιμένουμε κάποιους άλλους να καλυτερέψουν τη ζωή μας.
Είμαστε τόσο αφελείς, που ξεχνούμε ότι αυτοί οι άλλοι, νοιάζονται μόνον για τον εαυτό τους και πως όταν μας θυμούνται μια φορά στα τόσα χρόνια, είναι για να συντηρηθούν στην εξουσία. Ύστερα γίνονται απρόσιτοι.
Αν κάποιος έρθει κοντά μας, αν προσπαθήσει να μας βοηθήσει τις άλλες, τις πραγματικά δύσκολες μέρες, αυτόν τον έχουμε του «πεταμού», γιατί έχουμε συνδέσει στο μυαλό μας τη σπουδαιότητα με το απρόσιτο.
Όλα τα παραπάνω και χιλιάδες άλλα μας έκαναν να βιώνουμε καταστάσεις που ούτε στους χειρότερους εφιάλτες μας δεν είχαμε δει. Μας έκαναν να ζούμε ιστορίες όπως αυτές που σημειώνω παρακάτω με πηγή το ramnousia.com.
«Δεν θα γυρίσω να πάρω την Άννα. Συγγνώμη»
Όταν όλα τα παιδάκια είχαν φύγει, η Άννα παρέμενε ακόμη στον παιδικό σταθμό. Κανένας δεν πήγε να την πάρει. Είχε φτάσει απόγευμα και οι νηπιαγωγοί δεν ήξεραν τι να κάνουν. Η μάννα της δεν είχε εμφανιστεί. Κάποια στιγμή το παιδί βάζοντας το χέρι στη τσέπη του, άγγιξε ένα χαρτί και τότε θυμήθηκε ότι η μάννα του, του είπε να το δώσει στην κυρία. Ήταν ένα σημείωμα:
«Δεν θα γυρίσω να πάρω την Άννα. Δεν έχω λεφτά, δεν μπορώ να τη μεγαλώσω. Συγγνώμη. Η μαμά της»
Όταν κάλεσαν την αρμόδια δικαστική αρχή, εκείνη έστειλε το παιδί στα παιδικά χωριά SOS. Λέτε η πληγωμένη παιδική ψυχή, η ψυχή της Άννας να γιατρευτεί ποτέ; Λέτε να μας το συγχωρήσει που φτιάξαμε τέτοια κοινωνία ώστε να αναγκάζουμε τη μάννα να εγκαταλείψει το παιδί της στην τύχη του; Λέτε, όταν μεγαλώσει να τη νοιάζει το Success Story του Αντώνη Σαμαρά; Λέτε να μη φοβάται κάθε τομάρι τύπου Τσοχατζόπουλου που την οδήγησε στα παιδικά χωριά SOS στην πιο τρυφερή της ηλικία;
Γιατί, η μάννα της Άννας την εγκατέλειψε; Μήπως επειδή έκλεισε η επιχείρηση που δούλευε και την έδιωξαν; Μήπως επειδή τρομοκρατήθηκε και δεν ήξερε τι να κάνει; Μήπως επειδή το άθλιο πελατειακό πολιτικό μας σύστημα δεν έκανε τίποτα για την αντίστοιχη κοινωνική μέριμνα; Μήπως επειδή μόνιμα κυβερνιόμασταν από παχύδερμα; Μήπως επειδή κάθε φορά, όταν ερχόταν βοήθεια ορμούσαν τα αρπαχτικά του τόπου και τα εξαφάνιζαν; Μήπως επειδή όπως το ’48, έτσι και τώρα, από τα 207 δις που δανείστηκαν χωρίς τη θέλησή τους οι πεινασμένοι βάζοντας υποθήκη την πατρίδα, τα 163 δόθηκαν στις τράπεζες και τους πλούσιους αντί να δοθεί και κάτι για τα φαγάκι της Άννας;
Πώς, διάολε, χιλιάδες οικογένειες να ζουν στην απόλυτη φτώχεια και 500 από αυτές να οδηγούν τα παιδιά τους στα χωριά SOS. Γιατί μας οδήγησαν πίσω στο 1948 που οι κατεστραμμένες οικογένειες της υπαίθρου, «έδιναν» τα παιδιά τους για παραδουλεύτρες στις αστικές οικογένειες μόνο και μόνο «… για να φάνε ψωμάκι».
Πως το ανεχόμαστε;
Εσύ που είσαι μάννα, και διαβάζεις αυτές τις γραμμές, έλα στη θέση της μάννας αυτής.
«Στέκονταν στην πόρτα του παιδικού χωριού SOS, κρατούσε το κοριτσάκι της από το χέρι. Εκείνο δεν μιλούσε. Είχε σηκώσει μόνο το κεφαλάκι του και την κοίταζε».
«Μη νομίσεις ότι η μαμά δεν σε αγαπάει. Σε λατρεύει η μαμά αλλά δεν έχει να σου δώσει φαγητό. Αυτοί οι καλοί άνθρωποι εδώ θα σε φροντίσουν …».
Έλα στη θέση της και την ώρα που θα πάς στην κάλπη, ξαναψήφισε όποιους ψήφιζες και στο παρελθόν. Κι ύστερα, όταν το βράδυ ξαπλώσεις ,δοκίμασε να σε πάρει ο ύπνος! Κάντο αφού πρώτα ρίξεις μια ματιά στα παιδιά σου και ύστερα δοκίμασε να κοιμηθείς!
Αν όμως δεν το κάνεις, αν η επιλογή σου γίνει κάποτε συνετή, αν δεν έχεις παρασυρθεί από τη μαεστρία της εξαπάτησης, αν δε σε πείσουν να κοιτάξεις το «συμφέρον» σου και να «γράψεις» τους άλλους, τότε θα έχεις συμβάλει κι εσύ στη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου που δεν θα οδηγεί σε αυτό που περιγράφουν οι γραμμές που ακολουθούν.
«Όταν μας έφεραν ένα κοριτσάκι, νόμιζα πως είχε πρόβλημα. Ήταν τριών χρονών και δεν ήξερε ούτε δεκαπέντε λέξεις. Το εξέτασαν οι γιατροί και είπαν πως είναι φυσιολογικό. Η υγεία του ήταν καλή. Όμως το παιδί είχε παραμεληθεί. Όταν δεν σου μιλούν πώς να μάθεις τις λέξεις;»
Κάποτε, στην απόλυτη δυστυχία, δεν μαθαίναμε τις λέξεις. Σήμερα όμως γιατί;
Aς μάθουμε, πως καθένας μας, από τη στιγμή που συνειδητοποιεί την ύπαρξη του, φτιάχνει τον κόσμο του, σαν ας πούμε, ένα γιγάντιο μπαλόνι και τοποθετεί τον εαυτό του στο κέντρο. Αυτό το νοητό μπαλόνι είναι το σύμπαν του καθένα μας. Μέσα σε αυτό θα ζήσουμε, κι ας νομίζουμε ότι όλοι μαζί ζούμε σε ένα σύμπαν. Τίποτα δεν είναι κοινό. Καθένας μας ζει στο δικό του σύμπαν. Έτσι καθένας μπορεί αν θέλει, να φτιάξει τον κόσμο του παραδεισένιο ή να τον κάνει κόλαση. Παράδεισο ή κόλαση για τον εαυτό του και ίσως για τους άλλους. Ας μάθουμε πως στα παιγνίδια του μυαλού, όσο κάτι επαναλαμβάνεται με έμφαση, τόσο και πιο πολύ μας γίνεται συνήθεια.
Πως ο τύπος δημιουργεί πρότυπα αφού αφιερώνει σελίδες ολόκληρες στο γάμο της Τζούλιας, διάσημης πλέον πορνοστάρ και μόνο δυό αράδες για την πολύ πιο όμορφη και περήφανη Ελληνίδα Βάσω Βουγιούκα, που ξαναπήρε μετάλλιο στους Μεσογειακούς αγώνες της Μερσίνας (εκεί που τη χρύσωναν οι Τούρκοι για να γίνει Τουρκάλα). Πως η μάννα που ζητάει αυτόγραφο της πορνοστάρ για να το δώσει στην κόρη της, δημιουργεί το πρότυπο του ξέκωλου για το ίδιο το παιδί της.
Πρέπει να αλλάξουμε. Πρέπει να μάθουμε τις λέξεις. Πρέπει να μάθουμε τα νοήματα που έχουν οι λέξεις. Και για να μάθουμε πρέπει να μιλάμε. Πρέπει να μάθουμε να ακούμε, όταν μας μιλούν. Αλλά πρέπει κυρίως να ενεργοποιήσουμε το κέντρα του μυαλού μας, αυτά που αφήσαμε τώρα τελευταία σε αγρανάπαυση. Αν το κάνουμε, αν αρχίσουμε να ξεφυλλίζουμε βιβλίο και να ανακαλύπτουμε μέσα από τις σελίδες του άλλους κόσμους, τότε θα δούμε πως το πραγματικό σύμπαν δεν είναι ο μικρόκοσμος που φτιάξαμε για εμάς. Ούτε εμείς είμαστε το κέντρο του κόσμου. Ούτε τα πράγματα είναι έτσι όπως νομίζουμε. Αν δεν αφήσουμε τη φτώχεια να παραμελήσει ολόκληρη γενιά, τότε, ίσως μάθουμε, ότι κοινωνία θα πει να ζεις με τους άλλους, θα πει πως πρέπει να νοιάζεσαι για τους άλλους. Μόνο τότε υπάρχει ελπίδα. Ίσως, τότε, αυτοί οι άλλοι, αρχίσουν να νοιάζονται για σένα.

Ακολουθήστε το e-maistros.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Continue Reading
Advertisement
Σχολιάστε

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *