Τα Πανεπιστήμια χρειάζονται ριζική αναδιάταξη και ΟΧΙ αστυνομία

Τα Πανεπιστήμια χρειάζονται ριζική αναδιάταξη και ΟΧΙ αστυνομία

Άρθρο του Νίκου Παπαδάκη*

Τo νομοσχέδιο Κεραμέως – Χρυσοχοΐδη για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση θέτει σε νέους κινδύνους και σε μεγαλύτερες απειλές τα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα από εκείνες που υποτίθεται ότι προσπαθεί να αποφύγει.
Πρώτα από όλα ενώ στα Πανεπιστήμια είναι επιτακτική ανάγκη θέσεις καθηγητών πανεπιστημίου, καθώς και θέσεις επιστημονικού, διοικητικού και τεχνικού προσωπικού, το νομοσχέδιο τους “δίνει” 1.000 θέσεις… αστυνομικών. Με αποτέλεσμα τα πανεπιστήμια να μείνουν με τεράστια κενά στη στελέχωσή τους. Υπενθυμίζεται ότι ενώ στην Ευρώπη, κατά μέσον όρο, ένας καθηγητής αντιστοιχεί σε 15 φοιτητές, στην Ελλάδα η αναλογία αυτή είναι ένας καθηγητής ανά 40 φοιτητές.
Κατά δεύτερο ενώ κατά γενική ομολογία απαιτείται αύξηση της χρηματοδότησης των πανεπιστημίων για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις αυξημένες ανάγκες λειτουργίας τους, το νομοσχέδιο αυξάνει τη χρηματοδότηση του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Συγκεκριμένα δίνοντας 30 εκατομμύρια Ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 30% της συνολικής χρηματοδότησης των ΑΕΙ, για προσλήψεις όχι πανεπιστημιακών, αλλά των αστυνομικών που θα στελεχώσουν το ειδικό σώμα πανεπιστημιακής αστυνομίας. Έτσι αφήνονται τα πανεπιστήμια με τη μειωμένη χρηματοδότηση που τους επιβλήθηκε κατά τη διάρκεια ισχύος των μνημονίων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ΑΠΘ, του οποίου η σημερινή χρηματοδότηση έχει συρρικνωθεί στο 30% εκείνης που το πανεπιστήμιο ελάμβανε πριν το 2010.
Κατά τρίτο ενώ η Ακαδημαϊκή Κοινότητα ζητά μεγαλύτερη αυτοδιοίκηση, ώστε τα πανεπιστήμια να πάψουν να είναι κρατικά και να γίνουν, όπως παντού, δημόσια, το νομοσχέδιο συγκροτώντας πανεπιστημιακή αστυνομία και θεσμοθετώντας πειθαρχικές ρυθμίσεις χωρίς τη συναίνεση των πανεπιστημίων, ενισχύει μέχρι ασφυξίας τον κρατικό εναγκαλισμό. Ενώ δηλαδή η τριτοβάθμια εκπαίδευση για να λειτουργήσει αποδοτικά, να βελτιωθεί και να γίνει ανταγωνιστική διεθνώς, πρέπει να απαγκιστρωθεί από τη στενή κρατική επιτήρηση και να αποκτήσει ευελιξία και περισσότερη αυτοδιοίκηση, όπως συμβαίνει στα πανεπιστήμια του πολιτισμένου κόσμου, η κυβέρνηση, παραβιάζοντας τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ακαδημαϊκή αυτοδιοίκηση ενισχύει την κρατική εξάρτηση, αναθέτοντας τη φύλαξη των πανεπιστημίων στην αστυνομία. Και ακόμη, προβλέποντας πειθαρχικές ρυθμίσεις και ποινές για πειθαρχικά παραπτώματα δια νόμου, εμποδίζει τα πανεπιστήμια να αποφασίζουν από μόνα τους για τα του οίκου τους, όπως το Σύνταγμα προβλέπει.
Κατά τέταρτο ενώ είναι κοινώς ομολογούμενη η ανάγκη εξορθολογισμού του αριθμού των εισαγομένων κάθε χρόνο στις πανεπιστημιακές σχολές και αντιστοίχιση του αριθμού αυτού με τις πραγματικές δυνατότητες των ιδρυμάτων, με την εισαγωγή μιας βαθμολογικής βάσης, οδηγούνται σε κλείσιμο χρήσιμα και στρατηγικού χαρακτήρα περιφερειακά τμήματα και μειώνεται στα τυφλά και χωρίς συναίνεση των διοικήσεων, κατά 20% ο αριθμός των φοιτητών.
Το πραγματικό πρόβλημα με τον αριθμό των εισαγομένων κάθε χρόνο στα πανεπιστήμια είναι ότι άλλον αριθμό φοιτητών δηλώνουν ότι μπορούν να εκπαιδεύσουν τα ίδια τα πανεπιστήμια, συνεκτιμώντας τις δυνατότητές τους σε προσωπικό, υποδομές και εξοπλισμό και εντελώς άλλον αριθμό εγκρίνει το υπουργείο. Αν υπολογίσει μάλιστα κανείς και την αύξηση του αριθμού των εισαγομένων λόγω μετεγγραφών, τότε ο συνολικός αριθμός φοιτητών στα μεγάλα κεντρικά πανεπιστήμια αυξάνει έως διπλασιασμού σε σχέση με τις πραγματικές δυνατότητές τους.
Κατά πέμπτο ενώ η Ακαδημαϊκή Κοινότητα απαιτεί εύλογα τη συμμετοχή των πανεπιστημίων στα εξεταζόμενα θέματα και στη βαρύτητα των μαθημάτων στις εισαγωγικές εξετάσεις, το νομοσχέδιο επιβάλλοντας μια ψευδεπίγραφη βαθμολογική βάση και χωρίς καμία εκπαιδευτική σημασία, επιδιώκει τη συρρίκνωση του φοιτητικού πληθυσμού στα δημόσια πανεπιστήμια. Κατευθύνοντας έτσι σημαντικό αριθμό φοιτητών στα αδιαβάθμητα, χωρίς αξιολόγηση και εκτός εθνικού εκπαιδευτικού συστήματος ιδιωτικά κολέγια τριετούς φοίτησης, τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχίων των οποίων έχουν αναγνωριστεί ως ισότιμα με τις πενταετείς πανεπιστημιακές σπουδές.
Οι εισαγωγικές εξετάσεις στα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα και ένα μεγάλο μειονέκτημα.
Το καλό είναι ότι είναι αδιάβλητες.
Το κακό είναι ότι είναι το μόνο σύστημα όπου τον αποφασιστικό χαρακτήρα για την επιλογή των υποψηφίων σε μια εκπαιδευτική βαθμίδα τον έχει το εκπαιδευτικό προσωπικό της… προηγούμενης.
Οι εισαγωγικές εξετάσεις είναι διαγωνισμός με συγκεκριμένο αριθμό εισαγομένων φοιτητών, οι οποίοι εισέρχονται στις πανεπιστημιακές σχολές κατά σειρά επιτυχίας. Η εφαρμογή βαθμολογικής βάσης σε ένα διαγωνισμό με κλειστό αριθμό εισαγομένων κατά σειρά επιτυχίας είναι λοιπόν απολύτως προσχηματική και δεν έχει κανένα εκπαιδευτικό χαρακτήρα και φυσικά δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση μέσον εξορθολογισμού του αριθμού των εισαγομένων.

Κατά έκτο και σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, στο νομοσχέδιο δεν υπάρχει μία τουλάχιστον στοιχειώδης πρόβλεψη για το μέλλον, που έρχεται πιο γρήγορα από ότι πιστεύουμε, ώστε οι νέοι πτυχιούχοι μας να μη μένουν άνεργοι μετά την αποφοίτησή τους. Ούτε καν η ενίσχυση και θεσμοθέτηση νέων τμημάτων που να άπτονται την 3η Βιομηχανική Επανάσταση με την ολοένα αυξανόμενη χρήση των Η/Υ, την ψηφιοποίηση και την αυτοματοποίηση της παραγωγής. Πόσο μάλλον της 4ης που χαρακτηρίζεται από την ευφυή εκμάθηση/αυτό-εκπαίδευση των ίδιων των Μηχανών (Machine Learning), την επιστήμη των Δεδομένων (Data Science) και την Τεχνητή Νοημοσύνη (Artificial Intelligence).
Στον κόσμο που έρχεται το κάθε αντικείμενο αποκτά τη δική του ηλεκτρονική ταυτότητα με δυνατότητα επικοινωνίας και ανταλλαγής δεδομένων με όλα τα υπόλοιπα (το λεγόμενο διαδίκτυο των πραγμάτων – internet of things).
Εκτιμάται ότι η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης στις μηχανές και η είσοδος των ρομπότ στην αγορά εργασίας θα οδηγήσει σε απώλεια 800 εκατ. θέσεων εργασίας μέχρι το 2030, που αντιστοιχεί στο 20% του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού σήμερα. Κυρίως θα επηρεαστούν οι εργαζόμενοι με χαμηλή εξειδίκευση. Σύμφωνα με έρευνες, ήδη το 65% των νέων πτυχιούχων αναζητεί εργασία σε ειδικότητες που εκλείπουν. Οι επιχειρήσεις αναζητούν εργαζόμενους με ψηφιακές δεξιότητες σε ποσοστό 70%, ενώ ένας στους τρεις εργαζόμενους δεν διαθέτει καμία. Η Ελλάδα κατατάσσεται 26η μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. σε ψηφιακούς δείκτες.

Η Παιδεία και η Τριτοβάθμια εκπαίδευση χρειάζονται μία ριζική αναδιάταξη με το βλέμμα στο μέλλον, στην οποία δεν έχει καμία θέση η Αστυνομία στα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.

*Ο Νίκος Παπαδάκης είναι
– Μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΡΑΣΙΝΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
– Πρόεδρος του ΔΣ του Πράσινου Ιδρύματος “Θεόφραστος”
– Επικεφαλής της παράταξης ΑΤΤΙΚΗ ΠΡΑΣΙΝΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ
– Περιφερειακός Σύμβουλος Αττικής

Share

Αφήστε ένα σχόλιο

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*