Συνέντευξη στον Μάνθο Σκαργιώτη

Συνέντευξη στον Μάνθο Σκαργιώτη

Ποια η γνώμη σας για την Αθήνα του 2018 ως παγκόσμια πρωτεύουσα βιβλίου;
Η Αθήνα του γκρίζου, της αβεβαιότητας, του τσιμέντου, των βρόμικων πεζοδρομίων, της κομματικής μικροψυχίας, της τηλεοπτικής κουφότητας, της οικοδομικής βαρβαρότητας, της ανεργίας, της ανούσιας καθημερινότητας, των άστεγων, των απλωμένων χεριών στα φανάρια, του απελπισμένου μετανάστη. Και μαζί, ασφαλώς, η Αθήνα του Παρθενώνα, του Πολυτεχνείου, του λόφου των Νυμφών, των στενών της Πλάκας, του Λυκαβηττού, της βουκαμβίλιας, του Εθνικού Κήπου, του Ηρώδειου, του πεύκου. Αυτά από τη μια. Από την άλλη, η –έστω για ένα χρόνο– Αθήνα του συγγραφέα, του εκδοτικού οίκου, του βιβλιοπωλείου, του αναγνώστη. Κυρίως, η Αθήνα του τελευταίου· του αναγνώστη. Ανοιχτά βιβλία στο μετρό, στις στάσεις των λεωφορείων, στα παγκάκια, στις βιβλιοθήκες, στο αεροδρόμιο, στις γωνιές, στο σπίτι. Εντέλει, μια Αθήνα ετερόκλητη, αντιφατική, πολυπρόσωπη, περίεργη. Ίσως, γι’ αυτό και μαγική. Μακάρι τούτη τη χρονιά να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που τις δίνει το βιβλίο και να γίνει και η πρωτεύουσα της ελπίδας.

Τι σημαίνει να είναι μια πόλη σαν την Αθήνα στο επίκεντρο του βιβλίου και κατά πόσο υπάρχει παραγωγή λογοτεχνίας στην Ελλάδα του 2018;
Ως προς το πρώτο σκέλος της ερώτησης. Η Αθήνα είναι η πανάρχαια πρωτεύουσα του πολιτισμού. Η πρώτη. Η μάνα της ιστορίας, της φιλοσοφίας, του θεάτρου, της ποίησης. Επομένως δικαιούται να είναι το παγκόσμιο επίκεντρο του βιβλίου. Αυτό σημαίνει πολιτιστικό συναγερμό: πολλές εκδόσεις, καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, εκθέσεις, διαγωνισμούς, αναδρομές στο βιβλιογραφικό παρελθόν της, σεμινάρια, συνέδρια, λογοτεχνικούς περιπάτους στις γειτονιές. Πέρα όμως από αυτά –είτε εξελισσόμενα είτε αναμενόμενα–, προσωπικά, με συνεπαίρνει η «φευγάτη» ιδέα να σπάσουμε το φράγμα του χρόνου, να χαλάσουμε τα χρονόμετρα. Και να δούμε τον Αριστοτέλη, τη Σαπφώ, τον Θουκυδίδη, τον Σοφοκλή να βγαίνουν στο δρόμο, να στέκονται έξω απ’ τις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων, να μπαίνουν σε βιβλιοθήκες, να ξεφυλλίζουν τα βιβλία τους, να συζητούν με τους αναγνώστες. Μια συνάντηση δηλαδή του χθες με το σήμερα του ελληνισμού.
Ως προς το δεύτερο σκέλος. Υπάρχει μεγάλη παραγωγή. Προπαντός από τότε που η έκδοση ενός βιβλίου γίνεται ευκολότερα και οικονομικότερα. Από μόνη της όμως η λέξη «παραγωγή» δείχνει το πνεύμα και τον στόχο που, κατά κανόνα, έχουν οι εκδοτικοί οίκοι. Χωρίς να παραβλέπουμε την ανάγκη να σταθούν ως επιχειρήσεις, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε τον κίνδυνο να οδηγήσουν με τα «εύπεπτα» βιβλία τον αναγνώστη στη μείωση των απαιτήσεών του και, κατ’ επέκταση, να διαβρώσουν ασυναίσθητα αυτό που λέμε πνευματικό επίπεδο του λαού. Η γνώμη μου είναι ότι οι εκδόσεις πρέπει να γίνονται με μεγαλύτερη προσοχή. Και ο συγγραφέας να μη βιάζεται. Πριν πάει το έργο του στον εκδότη, πρέπει να το αφήσει στην άκρη μέχρι να το «ξεχάσει». Κι αφού το ξεχάσει, να γίνει ο ίδιος αναγνώστης του έργου του. Μετά την ανάγνωση αυτή θα δει ότι θα χρειαστεί να πετάξει πολλές σελίδες του και πολλά σημεία του θα αναπροσαρμόσει. Το πέταγμα είναι ίσως οδυνηρό αλλά απαραίτητο.

Πώς γράφεται ένα λογοτεχνικό βιβλίο, πώς εκδίδεται και πώς φτάνει στα χέρια του αναγνώστη;
Γράφεται με την καρδιά και εκδίδεται με το μυαλό. Ο δρόμος ανάμεσα στο βιβλίο και τον αναγνώστη είναι και εύκολος και δύσκολος, και πλατύς και στενός, και σύντομος και μακρύς. Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες (σοβαρούς και λιγότερο σοβαρούς). Πρώτα-πρώτα, από τη βαρύτητα του ίδιου του βιβλίου. Ύστερα, από τον εκδοτικό οίκο, τον συγγραφέα, το εξώφυλλο, τον τίτλο, την προβολή, την κριτική, το σχόλιο του φίλου, τη στιγμιαία διάθεση του αγοραστή, τις δημόσιες σχέσεις γενικώς. Κάποιες φορές, την αξία του βιβλίου την παραμερίζουν κάποιοι από τους δευτερεύοντες παράγοντες.

Τι είδους αναγνωστικό κοινό είναι ο Έλληνας;
Η ποικιλία των αναγνωστών είναι μεγάλη. Υπάρχει ο απαιτητικός αναγνώστης, ο «ψαγμένος», ο ανικανοποίητος, ο χαλαρός, ο «γκρινιάρης», ο αναζητητής του εαυτού του μες στο βιβλίο, ο «για να περάσω την ώρα μου», ο νοσταλγός ενός άλλοτε, ο ανήσυχος, ο «βιβλιοφάγος». Αν περιοριστούμε στους αναγνώστες μυθιστορημάτων, θα δούμε πως ένα μέρος τους είναι εθισμένο σε βιβλία συγκεκριμένης συνταγής: έρωτας (ξαφνικός ή κλιμακωτός), γαμήλιες τελετές, πρώτη ευτυχής συμβίωση, εμφάνιση τρίτου προσώπου, «καλά κρυμμένα μυστικά», η έμπιστη φίλη, κάτι από το παρελθόν που βρισκόταν σε μακρά ύπνωση, μια μυστηριώδης εξαφάνιση, δάκρυα, μίσος, γονείς-τέρατα, συγγνώμες, ανεξήγητη αυτοκτονία, ακραία συναισθήματα, ακραίες συμπεριφορές, ζήλιες, ανομολόγητα πάθη (που ομολογούνται), κάποιο εξώγαμο, εκδίκηση κλπ, κλπ. Αυτά είναι τα συνήθη υλικά. Πρόκειται για αλκοολούχα βιβλία που η «χρήση» τους οδηγεί στην εξάρτηση. Αποτελέσματα της βιομηχανικής παραγωγής. Ευτυχώς, υπάρχουν οι πλήρεις αναγνώστες, οι σκεπτόμενοι, –και είναι πάρα πολλοί– που επιβάλλουν αντιστάσεις.

Τι θα θέλατε να είχατε γράψει και δεν το γράψατε;
Παρελθούσα επιθυμία: Ένα μυθιστόρημα όπου θα συνυπήρχαν ιστορικά πρόσωπα διάφορων εποχών. Να συναποφάσιζε, ας πούμε, ο Περικλής με τον Καποδίστρια για την κατασκευή του Ισθμού της Κορίνθου. Ή να αντιστεκόταν ο Θεμιστοκλής στο πλάι του Άρη Βελουχιώτη κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Άραβες. Αυτά και άλλα παρόμοια υφασμένα στην ίδια υπόθεση μικρής χρονικής (μυθιστορηματικής) διάρκειας. Ο αναγνώστης να κάνει τις δικές του αναφορές και το βιβλίο να επιμένει στα δικά του παραπατήματα. Κάπως έτσι, εξάλλου, δεν εξελίσσεται η ζωή; Με ιστορικές ακροβασίες και απρόσμενες ανταποκρίσεις.

Ποιον πεζογράφο/ ποιητή θαυμάζετε;
Πολλούς. Κάθε φορά που χρειάζεται να απαντήσω, μπορεί να αναφέρω και διαφορετικό. Χτες μπαινόβγαινε στο μυαλό μου ο Βιτσέντζος Κορνάρος. Σήμερα, τη θέση του πήρε ο Γιώργος Κοτζιούλας. Για αύριο ψυχανεμίζομαι τον Στάιμπεκ. Δεν μπορώ όμως να παραλείψω την περίπτωση του Κώστα Κρυστάλλη. Αυτός ο Ηπειρώτης ποιητής κατάφερε μέσα σε τόσο λίγο χρόνο υπό σκληρές συνθήκες –είκοσι έξι χρονών πέθανε– να γράψει τόσο σημαντικό έργο. Μόνο την πρώτη φάση της πεζογραφικής και ποιητικής δημιουργίας του πρόλαβε να δώσει και όμως η ιστορία θα κρατάει ακέραιο τον σεβασμό της απέναντί του.

Τι σημαίνει να είσαι από την Ήπειρο και να γράφεις για τον τόπο σου;
Ευλογία. Η Ήπειρος είναι γεμάτη από πηγές λογοτεχνίας. Τέτοιες πηγές υπάρχουν παντού: Στις αυλές, στα ξεροβούνια, στους δρόμους, στα μεσοχώρια, στις εκκλησιές, στους λόγκους, στους γκρεμούς. Όποιος τις ανακαλύψει και σκύψει να πιει νερό θα δημιουργήσει. Ακόμα και τα καφενεία πηγή λογοτεχνίας είναι. Αδέσποτες φράσεις αν μαζέψεις εκεί μέσα, μπορείς μ’ αυτές να σκαρώσεις τα ωραιότερα ποιήματα. Ναι, ευλογία να είσαι από την Ήπειρο, όπως ευλογία είναι η μικρή πατρίδα του καθενός. Και να μην είχες σκοπό να γράψεις, δεν σε αφήνει ο ίδιος ο τόπος σου. Και μακριά του να βρίσκεσαι, σε αναγκάζουν οι υπόγειες φλέβες που σε συνδέουν μαζί του. Η νοσταλγία μάλιστα τον εξιδανικεύει. Αλλά όπου και να είσαι, γράφεις για τον τόπο σου και ξαναγεννιέσαι όσες φορές θέλεις.

Πόσο ο χώρος και η εποχή μας καθορίζουν συγγραφικά;
Πιστεύω πως αυτά τα δύο, κατά κύριο λόγο, καθορίζουν τις επιλογές και τον τρόπο του συγγραφέα. Δηλαδή, το θέμα και την έκφραση. Την ταυτότητά του. Ακόμα και ιστορικό μυθιστόρημα να γράψει κανείς, οι αφορμές συνήθως δίνονται από τα τεκταινόμενα γύρω του και μέσα του. Όσο για την έκφραση, είναι κατ’ εξοχήν δημιούργημα της εποχής και του τόπου. Βέβαια, υπάρχουν συγγραφείς που επιμένουν στη γλώσσα και στο ύφος των προηγούμενων δεκαετιών. Δεν είναι όμως πολλοί. Εκείνο που σίγουρα καθορίζει την έκφραση είναι τα παιδικά ακούσματα και οι παιδικές εικόνες του συγγραφέα. Έτσι, θα βρει κανείς διαφορές στην έκφραση ενός πεζογράφου, για παράδειγμα, που γεννήθηκε σε πεδιάδα από την έκφραση ενός άλλου που γεννήθηκε στα βουνά. Ενός που μεγάλωσε σε αστικό περιβάλλον και ενός άλλου που μεγάλωσε σε χωριό. Συμπερασματικά, ο τόπος και η εποχή μας δίνουν το μάρμαρο και το καλέμι για να φτιάξουμε τα αγάλματα που θέλουμε.

Αν θέλατε να ζούσατε σε άλλη εποχή ή χώρα ποιά θα ήταν αυτή;
Θα ήθελα, όχι να ζήσω, αλλά να βρισκόμουν για λίγες ώρες τον Σεπτέμβρη του 1966 στο Κέιπ Τάουν. Και μάλιστα εκείνη τη μέρα που ένας Έλληνας, ονόματι Δημήτρης Τσαφέντας, αποχαιρέτησε σε μια παράγκα τη μαύρη αγαπημένη του τραγουδώντας της τον Ερωτόκριτο («Τ’ άκουσες, Αρετούσα μου, τα θλιβερά μαντάτα…) κι ύστερα πήγε κατευθείαν στο Κοινοβούλιο της Νότιας Αφρικής και σκότωσε τον πρωθυπουργό Φερβούρντ, τον εμπνευστή του απαρτχάιντ. Ή να βρισκόμουν, μόνο για λίγες στιγμές, στην Ιθάκη και να παρακολουθούσα τη συνάντηση του Οδυσσέα με τον σκύλο του, τον Άργο.

Υπάρχει η αλήθεια του συγγραφέα;
Ο συγγραφέας ξέρει να λέει την αλήθεια του με ψέματα. Υπάρχει δηλαδή και η αλήθεια και το ψέμα του συγγραφέα.

Κατερίνα Σχισμένου

Share

Αφήστε ένα σχόλιο

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*