Οι τράπεζες παίρνουν σπίτια και αποζημιώσεις…

Οι τράπεζες παίρνουν σπίτια και αποζημιώσεις…

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΕΓΑ*

Πριν την κρίση (2008-18) οι τράπεζες έδιναν αφειδώς δάνεια. Συνήθως χωρίς επαρκείς εξασφαλίσεις, όχι σπάνια αδιαφανώς ή προς οικογενειακό πλουτισμό.
Την 30η Ιουνίου 2020 λήγει η προθεσμία προστασίας για τα «κόκκινα» στεγαστικά δάνεια. Χιλιάδες ακίνητα, ίσως και πάνω από 100.000, θα βγουν στο σφυρί μέχρι τα τέλη του 2021. Τα fund αναμένεται να τα αποκτήσουν κάτω από 20 ή 25 σεντς ανά ευρώ χρέους.
Η κυβέρνηση της ΝΔ ήρθε και τροποποίησε τον Ποινικό Κώδικα. Στο εξής οι τραπεζίτες, και μόνον αυτοί, θα ελέγχονται ποινικά μετά από μήνυση (έγκληση) της ίδιας της τράπεζας. Αλλά «τραπεζίτης, τραπεζίτη δεν βγάζει μάτι».
Την ίδια περίοδο την κρίση πλήρωσαν οι εργαζόμενοι. Έχασαν τις δουλειές τους, καταπατήθηκαν οι Συλλογικές Συμβάσεις, υποχρεώθηκαν σε μερική απασχόληση και μισή αμοιβή, αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν προς αναζήτηση εργασίας, «φαγώθηκαν» δεδουλευμένα και αποζημιώσεις, οι νέοι δεν κάνουν οικογένεια, δεν έχουν όνειρα. Κοινώς χάθηκε μια γενιά.
Και έρχεται η στιγμή που ορισμένοι εργαζόμενοι βλέπουν μια ευκαιρία να λάβουν το 1/5 των οφειλών τους από την εκποίηση ενός ακινήτου. Πρόκειται για τους 850 εργαζόμενους στην (πρώην) Ελευθεροτυπία. Και την στιγμή που έχει δημοσιευθεί ο πίνακας διανομής, αίφνης παρεμβαίνουν δύο τράπεζες, η Πίστεως και η Πειραιώς και ζητούν την μερίδα του λέοντος.
Καίτοι όταν επήλθε η πτώχευση (2013) ίσχυε το προβάδισμα των εργαζομένων (μαζί με το δημόσιο και τα Ασφαλιστικά Ταμεία) στην ικανοποίηση των πιστωτών.
Βεβαίως, τα νομικά τμήματα των επιχειρήσεων εισηγούνται, κάθε φορά, την «εξάντληση των νομικών δυνατοτήτων». Ας βγάλει το «φίδι από την τρύπα» ο δικαστής, ο Άρειος Πάγος. Μόνο και μόνο αυτό δείχνει ότι δεν υπάρχει ασφάλεια Δικαίου. Οι χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες, ουσιαστικά, ακυρώνουν την δικαιοσύνη. Ακυρώνουν το δίκαιο του αδυνάτου.
Το θέμα της ικανοποίησης των εργασιακών υποβιβάστηκε, απαράδεκτα, το 2015 με το γ΄ μνημόνιο. Οι εργαζόμενου καταταχτήκαν πίσω από τις διεκδικήσεις των τραπεζών. Το λάθος αυτό δεν το διόρθωσε ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε το 2018 όταν, ναι μεν προέταξε και πάλι τους εργαζόμενους, αλλά μόνο για έξι μισθούς και έως 10.000 ευρώ. Έβαλε δηλαδή διατίμηση στο Εργατικό Δίκαιο.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι εργαζόμενοι της Ελευθεροτυπίας, ακριβώς γιατί η πτώχευση προηγήθηκε του γ’μνημονίου (2015), είναι δεδομένο ότι θα δικαιωθούν. Αλλά, μετά από 3-4 χρόνια. Για ορισμένους, πιθανόν μετά θάνατον.
Με αυτά τα δεδομένα οι πολιτικές δυνάμεις δεν πρέπει να μεταθέτουν τις ευθύνες που τους αναλογούν στους δικαστές. Πόσο μάλιστα όταν οι ίδιοι, ίσως και λόγω δικών τους αδυναμιών, δε μπορούν να αποδώσουν δικαιοσύνη σε σύντομο, χρονικά, διάστημα.
Κατά συνέπεια η πρωτοβουλία της προέδρου του Κινήματος Αλλαγής Φώφης Γεννηματά να συναντηθεί με εκπροσώπους των εργαζομένων (Καρελιάς, Παντελάκης) και να ανακοινώσει την ανάληψη σχετικής πρωτοβουλίας στη Βουλή, δίνει διέξοδο στο θέμα. Για το σύνολο των εργαζομένων κάθε πτωχεύσασας επιχείρησης, αδιαίρετα χρονικά. Τα χρήματα των εργαζομένων είναι ιερά και δεν μπορεί να έπονται των τραπεζικών απαιτήσεων. Γιατί όταν δανείζουν έχουν πρόσβαση στα οικονομικά στοιχεία και τους ισολογισμούς των εταιρειών και δύνανται να βάλουν όσους όρους και προϋποθέσεις (διασφαλίσεις) επιθυμούν.
Την πρωτοβουλία αυτή του ΚΙΝΑΛ δεν μπορεί να μη τη συντρέξουν τα υπόλοιπα κόμματα. Και κυρίως η κυβέρνηση η οποία γνωρίζει ότι σε 3-4 χρόνια, που θα δικαιωθούν οι εργαζόμενοι της «Ε», ναι μεν θα είναι αργά για ορισμένους συναδέλφους, αλλά θα είναι πια αργά πολιτικά και για την ίδια…
*Ο Χρήστος Μέγας είναι Δημοσιογράφος, Γραμματέας του Τομέα Εργασίας του ΚΙΝΑΛ

Share

Αφήστε ένα σχόλιο

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*