Μαριάννα Παπουτσοπούλου Συνέντευξη στην Κατερίνα Σχισμένου

Μαριάννα Παπουτσοπούλου Συνέντευξη στην Κατερίνα Σχισμένου

 Ποιά η γνώμη σας για την Αθήνα του 2018 ως παγκόσμια πρωτεύουσα βιβλίου;
Μακάρι να σταθεί αντάξια, το έχει ανάγκη μετά από τα χρόνια των ταπεινώσεων.

Τι σημαίνει να είναι μια πόλη σαν την Αθήνα στο επίκεντρο του βιβλίου και κατά πόσο υπάρχει παραγωγή λογοτεχνίας στην Ελλάδα του 2018;
Πολύ σημαντική η περίσταση, ευκαιρία να ξαναζωντανέψει ο χώρος, το ΕΚΕΒΙ, οι εκδόσεις, οι πωλήσεις μετά το διάστημα των μνημονίων, που συρρίκνωσε το ενδιαφερόμενο κοινό κυρίως για οικονομικούς λόγους αλλά και πολιτιστικούς, όπως η εξάπλωση των ανόητων ηθών που διαφημίσουν οι τηλεοπτικές παραγωγές. Παραγωγή βιβλίου υπάρχει ωστόσο, και μάλιστα αξιόλογη, σε ελληνικά καιμεταφρασμένα έργα, χάρη στο πείσμα και συχνά την θυσία εκδοτών, συγγραφέων και μεταφραστών, σημασία θα είχε και να κινείται πλατύτερα το βιβλίο, να απασχολεί, να διαβάζουν οι νέοι, να συζητούν, να τους απασχολεί η ανάγνωση ως μέρος της ζωής και της ύπαρξής τους.

Πώς γράφεται ένα βιβλίο, πώς εκδίδεται και πώς φτάνει στα χέρια του αναγνώστη;
Α ! πώς γράφεται… με μεγάλη-τεράστια κατάθεση χρόνου και ψυχής, δημιουργικότητας και στοχασμού εκ μέρους του συγγραφέα του. Εκδίδεται αν κριθεί καλό, σχετικώς προσοδοφόρο, και ενδιαφέρον για κάποιο κοινό ( εσχάτως εκδίδονται και πολλές εμπορικές σαχλαμάρες ή αυτοεκδιδόμενα επίδοξων ποιητών ή συγγραφέων, αλλά τι να κάνουμε…) κατόπιν παίρνει το δρόμο του βιβλιοπωλείου, εκεί ο καλός βιβλιοπώλης μπορεί να σταθεί και σύμβουλος ανάγνωσης, εκεί παίζει το ρόλο της και η κριτική και η δημοσιότητα και η διαφήμιση.

 Τι είδους αναγνωστικό κοινό είναι ο Έλληνας;
Καλό, ευαίσθητο αλλά αριθμητικά περιορισμένο, δυστυχώς. Φταίει η παιδεία μας που δεν έχει δώσει τη θέση που αρμόζει στη λογοτεχνία, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τις τέχνες εν γένει, όπως και οι περίοδοι σκοταδισμού, κινητού και τηλεόρασης, άγριου κυνηγητού για την επιβίωση ή το χρήμα…

Τι θα θέλατε να έχετε γράψει εσείς ;
Τις Τρεις αδερφές ! ή Τα ανεμοδαρμένα ύψη ή τον Ηλίθιο ή τον Άμλετ!… ( θα αστειεύεστε..)

  Ποιό συγγραφέα θαυμάζετε;
Πολλούς, πάρα πολλούς` τον Σοφοκλή, τον Θουκυδίδη, τον Πασκάλ, τον Ντάντε, τον Σαίξπηρ, τον Θερβάντες, τον Φλωμπέρ, τον Ντοστογιέφσκι, τον Παπαδιαμάντη, την Έμιλυ Μπροντέ, τον Προυστ, τον Φώκνερ, τον Ίμπσεν, τον Μπωντλαίρ, τον Κάφκα, τον Τσέχωφ, τον Τζόυς, τον Μπουλγκάκωφ, τον Γιεσένιν, τον Κήτς, τον Ντ.Χ. Λώρενς , τον Ντάρελ, τη Τζωρτζ Έλιοτ, τον Γιόζεφ Ροτ, τον Δημήτρη Χατζή, τον Κούντερα, την Φλάνερυ Ο Κόννορ και πάρα πολλούς ποιητές, θεωρητικούς σαν τον Στάινερ ή τον Ζενέτ, φιλοσόφους σαν τον Κίρκεγκωρ, τον Λεβινάς ή τον Πλωτίνο … τι με ρωτάτε τώρα, μέσα μας ζει η βιβλιοθήκη μας.

Πόσο ο τόπος, ο χώρος και η εποχή μάς καθορίζει συγγραφικά;
Πολύ – αλλιώς γράφει ο Ινδός κι αλλιώς ο Γάλλος, αλλιώς ο Ουαλλός αλλιώς ο Ιρλανδός. Ο τόπος, το τοπίο, το κλίμα, ο πολιτισμός, οι παραδόσεις του χτίζουν την προσωπική μυθολογία ή την ασφυξία μας. Η εποχή περνά το χρώμα της και τα προβλήματά της στη θεματική μας, πώς αλλιώς θα είχε γραφτεί ο Οδυσσέας του Τζόυς ή η Αισθηματική αγωγή του Φλωμπέρ; ο χώρος, ένα αστικό σπίτι ή ένα χωριό μπορεί να γεννήσουν το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι ή τις πυρπολημένες σημύδες του Γιεσένιν, τη Φόνισσα ή Το τέλος της μικρής μας πόλης, το Ουρλιαχτό του Αλλαν Γκίνσμπεργκ ή τον Υπόγειο κόσμο του Ν τον ντε Λίλο.

 Αν θέλατε να ζούσατε σε άλλη εποχή ή χώρα ποιά θα ήταν αυτή;
Τον 19ο αι. ίσως στην Αγγλία ή τη Γαλλία ή και στην Αλεξάνδρεια, χωρίς και να το υποστηρίζω ενθέρμως. Οι άνθρωποι παντού και πάντα ήταν και παραμένουν ίδιοι, και αυτοί ορίζουν το τοπίο της ψυχής μας τελικώς.

Κατά πόσο η ποίηση ευδοκιμεί σε τέτοιες εποχές;
Σαν τη δική μας; Ευδοκιμεί η ποιητική διάθεση, μπορεί και η ανάγκη αυτοέκφρασης ή αυτοέκδοσης, όμως η Ποίηση καθαυτή είναι η βασανιστική υπόθεση μιας πολύ λεπτής συνείδησης και μιας σπανιότατης εντελώς προσωπικής γλωσσικής στάσης, που πηγάζει από χρόνια ανησυχία και γεννιέται σχεδόν μαζί με τον ποιητή. Ξέρεις αν είσαι κυρίως πεζογράφος από το γεγονός ότι δεν έγραφες ποιήματα στα δεκαπέντε αλλά διηγήματα, πώς να το πω; Οι φίλοι που είναι αλήθεια ποιητές γράφουν στίχους από παιδιά, και όλη τη ζωή τους βελτιώνουν αυτό το σπάνιο όργανο έκφρασης, αυτόν τον υπερευαίσθητο τρόπο να κοιτάς τον κόσμο και τον άνθρωπο. Μεταφράζοντας Μπωντλαίρ και Γέητς έμαθα να πλέω στο ρεύμα της άπειρης λεπτότατης οξυδέρκειάς τους, μελετώντας Καρυωτάκη, Καβάφη, Σεφέρη, Καρούζο, αποκωδικοποίησα αυτό που αλλιώς λέμε μαγεία του ανθρώπινου υλικού, σαγήνη του βαθύτερου είναι και του πόνου, μουσικότητα της ύπαρξης.

Υπάρχει καλή και κακή λογοτεχνία;
Ε, πώς δεν υπάρχει; Η καλή είναι λιγοστή και πρέπει να την αναζητήσεις διαβάζοντας ή διατρέχοντας χιλιάδες σελίδες κακής ή αδιάφορης λογοτεχνίαςμέχρι να διαμορφώσεις κάποιο προσωπικό κριτήριο. Γι αυτό είναι πολύ καλό και ενδεδειγμένο να αρχίζει κανείς τα διαβάσματά του από τους κλασσικούς μεγάλους συγγραφείς, έλληνες και ξένους, που βοηθούν, εκτός των άλλων, να αποφύγει ο αναγνώστης αργότερα τα περιττά, αφού με ένα ξεφύλλισμα ξέρει περίπου τι αξίζει να διαβάσει.

Η Μαριάννα Παπουτσοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1951. Σπούδασε Αρχαιολογία, Ιστορία της Τέχνης, Γλώσσες και Λογοτεχνία. Δίδαξε τριάντα χρόνια στη μέση εκπαίδευση. Συμμετείχε ενεργά στους αγώνες για την παιδεία και την ισότητα των φύλων. Γράφει πεζό και ποίηση, έχει μεταφράσει Durell, Proust και Baudelaire. Ζει στην Αθήνα και έχει δυο αγαπημένους γιους.

Share

Αφήστε ένα σχόλιο

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*