Την πόρτα ανοίγω το βράδυ

Την πόρτα ανοίγω το βράδυ

“Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,
τη λάμπα κρατώ ψηλά,
να δούνε της γης οι θλιμμένοι,
να ’ρθούνε, να βρουν συντροφιά.”

Πριν μερικά χρόνια, είχε έρθει στη χώρα μας ένας Κύπριος ιερέας ή ιερομόναχος(δεν θυμάμαι καλά)ο οποίος πραγματοποίησε μερικές ομιλίες ή ίσως και μόνο μία ομιλία(ούτε αυτό το θυμάμαι καλά)στους πιστούς που,σε μεγάλο αριθμό μαζεύτηκαν να τον ακούσουν. Ο Κύπριος ιερωμένος ήταν νέος και μορφωμένος άνθρωπος και η σοβαρότητα, αλλά και η ανεπιτήδευτη απλότητα του λόγου του γοήτευσε τους ακροατές. Μίλησε για αρκετή ώρα και για διάφορα θέματα που θεώρησε ότι ενδιαφέρουν όσους παρευρίσκονταν. Σε μια στιγμή της ομιλίας του αναφέρθηκε στο πρόβλημα της φτώχειας και του πλούτου. Δεν ακολούθησε τη συνηθισμένη τακτική πολλών μελών, κυρίως του ανώτερου κλήρου, να αποφεύγουν να θίγουν θέματα κοινωνικής ανισότητας, μη και ταράξουν τη γαλήνη των πιστών και, κυρίως, μη και ταραχτεί η κοινωνική ανισότητα.
Ο ομιλητής ανέφερε ότι οι πλούσιοι που προσέρχονταν στην εξομολόγηση, όταν τους γινόταν η παρότρυνση να βοηθούν όσους έχουν ανάγκη, του έλεγαν ότι δεν υπάρχουν σήμερα άνθρωποι που δεν έχουν να φάνε ούτε άνθρωποι που είναι πολύ φτωχοί. “Οι πλούσιοι”, είπε χαρακτηριστικά, “δεν βλέπουν τους φτωχούς!”. Το ακροατήριο ξέσπασε σε συγκρατημένα γέλια(η ομιλία γινόταν σε χώρο θρησκευτικών συνάξεων)στη παρατήρηση του ομιλητή για αυτή την παράδοξα επιλεκτική “τυφλότητα” των πλουσίων. Αντίθετα, εξήγησε ο ομιλητής, οι φτωχοί εξομολογούμενοι πολλές φορές επισημαίνουν τη φτώχεια που υπάρχει γύρω τους με στενοχώρια που, ως φτωχοί, δεν μπορούν να κάνουν πολλά γι’ αυτό.

“Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,
σταμνί για να πιει ο καημός
κι ανάμεσά μας θα στέκει
ο πόνος, του κόσμου αδερφός.”

Φαίνεται λοιπόν, ότι οι πλούσιοι δεν βλέπουν ή μάλλον δεν θέλουν να δουν τους φτωχούς γύρω τους. Γι’ αυτούς δεν υπάρχουν άνεργοι που μετά τον πρώτο χρόνο ανεργίας έχουν μηδέν εισόδημα και πρέπει με το μηδέν εισόδημα να ζήσουν. Ούτε υπάρχουν συνταξιούχοι των 280 ευρώ που ενώ δούλεψαν κάποια χρόνια το κόστος της ασφάλισης ήταν, για τα εισοδήματά, τους απαγορευτικό. Γι’ αυτούς, μάλλον, ό,τι λέγεται κοινωνική πολιτική δεν είναι παρά ένα βάρος, ένα περιττό έξοδο, που μέσω της φορολογίας τους εμποδίζει να πάρουν μεγαλύτερο σκάφος ή να πάνε περισσότερες φορές για ψώνια στο εξωτερικό (έτσι είναι οι πλούσιοι, κερδίζουν εδώ ξοδεύουν αλλού).
Σίγουρα, όσοι ζητάνε βοήθεια δεν είναι βέβαιο ότι την χρειάζονται κιόλας. Σε ένα δημοσιογραφικό ρεπορτάζ που έγινε πριν εφτά-οχτώ χρόνια, είχε γίνει προσπάθεια να υπολογιστεί το όφελος που είχαν οργανωμένες ομάδες επαιτών που, κατά την διάρκεια των εορταστικών περιόδων (τότε ήταν Χριστούγεννα) κατέφθαναν κατά χιλιάδες από τη γειτονική Βουλγαρία. Ο τζίρος αυτής της “επαγγελματικής” δραστηριότητας είχε υπολογιστεί σε εκατοντάδες εκατομμύρια(!) ευρώ και να σκεφθείτε ότι μιλάμε μόνο για την περίοδο των γιορτών, δηλαδή για μερικές ημέρες “εργασίας” των κατ’ επάγγελμα επαιτών. Είναι αμφίβολο εάν όλες μαζί οι ελληνικές εταιρείες είχαν καθαρά κέρδη τέτοιου ύψους σε ένα τόσο μικρό διάστημα. Και αυτοί, όμως, που στήνονται έξω από τις εκκλησίες τις Κυριακές είναι κατ’ επάγγελμα επαίτες, λαμβάνουν επιδόματα ή συντάξεις ίσες ή, μερικές φορές, και μεγαλύτερες από αυτών που ζητάνε τη βοήθεια(συνήθως εκκλησιάζονται οι φτωχοί, οι πλούσιοι έχουν καλύτερα πράγματα να κάνουν τις Κυριακές!). Η κατ’ επάγγελμα επαιτεία είναι μια πληγή, αυτό που κυρίως κάνει, είναι ότι εμποδίζει να γίνει διακριτό ποιος έχει πραγματική ανάγκη και πρέπει να βοηθηθεί. Μας αποπροσανατολίζει για το που πρέπει να κατευθυνθεί η ελεημοσύνη και η αλληλεγγύη μας, όσοι δηλαδή από εμάς δεν θεωρούμε την περιφρόνηση στους πιο αδύναμους λογικό συναίσθημα.

“Να βρούνε γωνιά ν’ ακουμπήσουν,
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα ’ρθει συντροφιά κι ο Χριστός.”

Η εκκλησία, που αυτές της ημέρες έχει τη μεγαλύτερή της γιορτή, δεν μπορεί να αρνείται την ελεημοσύνη ούτε την αλληλεγγύη της. Εκ το “καταστατικού της εγγράφου”, δηλαδή την Αγία Γραφή, έχει την υποχρέωση, όμως,να προσέχει που θα κατευθύνει την ιερότητα της ελεημοσύνης(“Μή δώτε το άγιον τοίς κυσί “/”μην δίνεται τα άγια στα σκυλιά”)που αν τη λάβουν αυτοί που δεν τη χρειάζονται, θα λείψει από τους έχοντες πραγματική ανάγκη. Δεν είναι καθόλου εύκολο να ξεχωρίσεις ποιος έχει πραγματική ανάγκη και ποιος όχι, υπάρχει όμως τρόπος να γνωρίζεις ότι αυτός που έχει ανάγκη θα λάβει τη βοήθεια που του χρειάζεται. Υπάρχει έτοιμος ένας μηχανισμός, που αν και είναι προβληματικός στη λειτουργία του(οι πλουσιότεροι φροντίζουν ανελλιπώς γι’ αυτό!),υπάρχει ακριβώς για να υποστηρίζονται αυτοί που πραγματικά χρειάζονται υποστήριξη. Αν και λειτουργεί ανεξάρτητα από την εκκλησία ή όποιον άλλο επιθυμεί να βοηθήσει μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες πρέπει να είναι προσβάσιμος για συνεργασία. Είναι ο κρατικός μηχανισμός που συχνά ξεχνάμε ότι ο κυριότερος του σκοπός είναι να διατηρεί τη κοινωνική συνοχή(όχι να συντηρεί την κοινωνική ανισότητα). Είναι ο μόνος που έχει τη δυνατότητα να ελέγχει και να κατευθύνει, ώστε κάθε παροχή να διαχέεται σε όλους και όχι στους κατ’ επάγγελμα απαιτούντες(αν δεν εμποδιζόταν συνεχώς από όσους θέλουν να πλουτίζουν σε βάρος των άλλων θα τα κατάφερνε μια χαρά). Η εκκλησία θα πρέπει να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες αυτού του μηχανισμού αλλά και να χρησιμοποιήσει όση βαρύτητα και κύρος διαθέτει, ώστε αυτός να λειτουργεί προς όφελος όλων και όχι προς όφελος αυτών που μπορούν(με κλεμμένα λεφτά) να τον αγοράσουν.
Το ποίημα που συνόδεψε αυτό το κείμενο και του “δάνεισε” και τον τίτλο του είναι του Τάσου Λειβαδίτη, που η ιδεολογική του ταυτότητα ως αριστερού(σπάνια το γράφω χωρίς εισαγωγικά!)δεν τον εμπόδισε να περιμένει στη παρέα του το Χριστό. Από την ιεραρχία της εκκλησίας δεν περιμένω να αποκτήσει, ανάλογα, αριστερές κοινωνικές ανησυχίες, πιστεύω όμως ότι η εκκλησία στο σύνολό της θα κάνει το σωστό και θα κατευθύνει την ενέργειά της προς τη δημιουργία μιας δικαιότερης κοινωνίας. Ότι θα κρατήσει τη πόρτα ανοιχτή το βράδυ (στους δύσκολους δηλαδή καιρούς),ότι θα κρατήσει τη λάμπα ψηλά να τη δουν οι θλιμμένοι. Ότι θα στρώσει τραπέζι για τους αποσταμένους, ότι θα ξεδιψάσει, όσο μπορεί, τον καημό. Ότι θα δώσει γωνιά να ακουμπήσουν οι καταπιεσμένοι, ότι θα σταθεί, με στοργικό ενδιαφέρον, να μιλήσει μαζί τους, ότι θα τους κάνει συντροφιά και δεν μπορεί… θα ‘ρθει κι ο Χριστός.

Μ.Β.

Έντυπη έκδοση 238

Αφήστε ένα σχόλιο

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*