«Οι θεωρητικές προσεγγίσεις του L.Althusser και του P.Bourdieu στο ζήτημα της κοινωνικής αναπαραγωγής στο θεσμό του σχολείου»

«Οι θεωρητικές προσεγγίσεις του L.Althusser και του P.Bourdieu στο ζήτημα της κοινωνικής αναπαραγωγής στο θεσμό του σχολείου»

( Άρθρο του Βαγγέλη Τσούκα)

Οι ανισότητες στην κατανομή των εκπαιδευτικών ευκαιριών και ιδιαίτερα ως προς τα κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά είναι ένα θέμα που διερευνάται με ένα συστηματικό τρόπο εδώ και αρκετές δεκαετίες. Ο ΟΟΣΑ, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 είχε διοργανώσει διεθνείς συσκέψεις αναδεικνύοντας το ζήτημα αυτό και αναγνωρίζοντας το ταξικό πρόσημο των ανισοτήτων στην εκπαίδευση, αλλά και τις προεκτάσεις που έχει αυτό στην εκπαιδευτική πολιτική σε επίπεδο κάθε χώρας. Άλλωστε, από εκείνη την περίοδο ήταν έντονη η απαίτηση από μέρους της κοινωνίας και γενικευμένο το αίτημα για εξίσωση των εκπαιδευτικών ευκαιριών.
Με αυτό το άρθρο γίνεται προσπάθεια ανάδειξης μιας από τις κύριες όψεις του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος που είναι η αναπαραγωγή και η σταθεροποίηση των κοινωνικών αντιθέσεων και των μορφωτικών διαφορών. Παρακάτω θα καταγραφούν δύο από τις θεωρητικές προσεγγίσεις για την κοινωνική αναπαραγωγή , όπως η μαρξιστική υπό το πρίσμα του Luis Althusser και η θεωρία του μορφωτικού κεφαλαίου του Pierre Bourdieu απαντώντας στο βασικό ερώτημα πώς καθορίζει το κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο της οικογένειας την σχολική πορεία του μαθητή και τις επιδόσεις του.
Η έννοια της σχολική επίδοσης έχει συνδεθεί στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα με το επίπεδο κατάκτησης από τους μαθητές των γνωστικών αντικειμένων και αποτελεί το βασικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό των μαθητών ως άριστοι, καλοί, μέτριοι ή κακοί (Λάππα & Βαρδούλης, 2006). Η έννοια της σχολικής επίδοσης δεν είναι μια ουδέτερη ταξικά έννοια και η σχολική πραγματικότητα σήμερα αποδεικνύει ότι «άριστοι» και «καλοί» είναι οι μαθητές που αναπτύσσουν συμβατές συμπεριφορές με αυτό που απαιτεί το εκπαιδευτικό σύστημα (Κάτσικας & Καββαδίας, 1996).
Eίναι φανερό ότι κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες επηρεάζουν θετικά ή και αρνητικά τη σχολική επίδοση των μαθητών, αφού τα παιδιά που ανήκουν σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες και οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν καθορίζουν διαφορετικά πρότυπα μάθησης πολύ πριν αρχίσει η εκπαίδευσή τους, αλλά και κατά την διάρκεια αυτής.
Η επιτυχημένη ή μη ακαδημαϊκή πορεία των μαθητών φαινομενικά είναι αποτέλεσμα της εργατικότητας και της φιλομάθειας τους, του διδακτικού προσωπικού του σχολείου που εμπλέκεται άμεσα στην μαθησιακή διαδικασία, του αξιοκρατικού συστήματος επιλογής, που περιλαμβάνει κοινή ύλη, κοινές εξετάσεις και κοινά κριτήρια αξιολόγησης για όλους τους μαθητές (Γερμανός, 1999). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το σχολείο καλείται να αμβλύνει τις ανισότητες με την παροχή κατάλληλης εκπαίδευσης και ίσες ευκαιρίες μάθησης σε όλους τους μαθητές, ώστε να αναπτύσσονται στο μέγιστο βαθμό οι ικανότητες κάθε παιδιού.
Θέλοντας να προσεγγίσουμε θεωρητικά το θέμα της μαθητικής διαρροής και της σχολικής αποτυχίας οφείλουμε να αναφερθούμε στην κοινωνική αναπαραγωγή που συντελείται μέσα στο θεσμό του σχολείου. Το ερώτημα είναι φυσικά πώς πραγματοποιείται αυτή η αναπαραγωγή και πώς το σχολείο επανεγγράφει συνεχώς στα παιδικά σώματα τις απαράβατες αρχές της «ελεγχόμενης» κοινωνικής κινητικότητας.
Στην μαρξιστική παράδοση και συγκεκριμένα στο ρεύμα στο οποίο ανήκει ο Luis Althusser, στην καρδιά των κοινωνικών σχέσεων βρίσκεται η κυρίαρχη αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας και το σχολείο αποτελεί ένα μηχανισμό αναπαραγωγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, επιτελώντας μια διττή λειτουργία. Από τη μια κατανέμει τα άτομα και από την άλλη τους εγχαράσσει την κυρίαρχη ιδεολογία, ώστε να πειστεί ο καθένας για το δίκαιο της κατανομής.
Το σχολείο, λοιπόν, συμβάλλει στην αναπαραγωγή των δομικών σχέσεων και των δομικών στοιχείων των δυο αντίπαλων κοινωνικών τάξεων και των ταξικών τους σχέσεων, δηλαδή σε τελευταία ανάλυση στην αναπαραγωγή όλου του δομικού συστήματος της ταξικής καπιταλιστικής κοινωνίας (Μυλωνάς,1998). Στην αλτουσεριανή προσέγγιση αναδεικνύεται ο όρος διατήρηση-αναπαραγωγή της κοινωνίας δηλώνοντας ότι παρά τις οποιεσδήποτε επιμέρους μεταβολές η κοινωνία παραμένει σταθερή χωρίς να αλλάζουν τα δομικά χαρακτηριστικά αρθρωμένα με ορισμένο τρόπο (Μυλωνάς, 1996). Η έννοια της αναπαραγωγής εμπεριέχει την έννοια της διαιώνισης, αλλά έχει μεγάλη σημασία και ο τρόπος διασφάλισης αυτής της σταθερότητας μέσα στο χρόνο.
Η ευθύνη, λοιπόν, για την σχολική αποτυχία και διαρροή βαραίνει το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο διαχωρίζει τους μαθητές σε «άξιους» και «ανάξιους», αδιαφορώντας για τις ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε μαθητή. Το σχολείο ασχολείται με τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και συμβάλλει με καταλυτικό τρόπο στη διαιώνιση της «σχολικής αποτυχίας» αφού μέσω αυτής αναπαράγει και τις κοινωνικές σχέσεις συνολικά.
Ο Pierre Bourdieu προσπάθησε να αναδείξει τα στοιχεία εκείνα που βαρύνουν περισσότερο στην διαδικασία σχηματισμού της σχολικής επιλογής που είναι οι πολιτιστικές ανισότητες. Το πολιτιστικό κεφάλαιο που παίρνει κάθε παιδί από την οικογένειά του είναι ο σημαντικότερος παράγοντας επιτυχίας του στην εκπαίδευση. Το κεφάλαιο αυτό θα μπορούσε να ορισθεί ως οι συσσωρευμένες δυνατότητες και ικανότητες της οικογένειας να καλλιεργεί τις περισσότερο εκτιμώμενες κοινωνικά γνώσεις, ευαισθησίες, τρόπους πράξεις και έκφρασης (Μυλωνάς, 1996).
Ο Bourdieu τόνιζε ότι κάθε οικογένεια επενδύει στη σχολική εκπαίδευση ανάλογα με το πολιτιστικό της κεφάλαιο. Για αυτό είναι εύκολο να κατανοήσουμε το ότι οι ανώτερες σχολές, που οδηγούν και στις πιο υψηλές κοινωνικές θέσεις, μονοπωλούνται όλο και περισσότερο από τα παιδιά των προνομιούχων κοινωνικών τάξεων (Παναγιωτόπουλος, 1996). Κάθε κοινωνική τάξη παράγει το δικό της habitus (έθος) και ταυτόχρονα αναπαράγεται από αυτό. Τα παιδιά των προνομιούχων κοινωνικών τάξεων θεωρούν τις ακαδημαϊκές σπουδές κάτι αυτονόητο αφού η μάθηση δεν είναι και δεν θεωρείται μόχθος, αλλά ένα φυσικό αποτέλεσμα της σχολικής διαδρομής. Τα παιδιά αυτά εμφανίζονται στις στατιστικές με καλύτερες επιδόσεις, μεγαλύτερες ικανότητες, άνεση και ευκολία για να ανταποκριθούν στις δυσκολίες του σχολείου (Φραγκουδάκη,σ.165).
Μεγάλο ειδικό βάρος στο έργο του Bourdieu έχει η σύνδεση της κοινωνικής αναπαραγωγής με την ιδεολογία των «φυσικών χαρισμάτων» τα οποία αποτελούν το κύριο κριτήριο αποτίμησης της σχολικής επίδοσης. Υπό το πρίσμα αυτό το σχολείο ασκώντας συμβολική βία μέσω της εκπαιδευτικής πράξης εγχαράσσει τις έννοιες που συνιστούν την κυρίαρχη κουλτούρα.

Ελληνόγλωσση Βιβλιογραφία
Γερμανός, ∆. (1999). «O χώρος ως παράγοντας σχολικής αποτυχίας στο ελληνικό σχολείο». KΩNΣTANTINOY X., ΠΛEIOΣ Γ., (επιµ.), Σχολική αποτυχία και κοινωνικός αποκλεισµός. Aθήνα: Eλληνικά Γράµµατα, σσ. 281-299.
Κάτσικας, Χ. & Καββαδίας, Γ. (1996). Η ελληνική εκπαίδευση στον ορίζοντα του 2000 : εκπαιδευτικοί, μαθητές και σχολική πραγματικότητα. Αθήνα: Gutenberg.
Λάππα, Κ. & Βαρδούλης, Α. (2006). Κοινωνική προέλευση και σχολική επίδοση. Επιστήμες της Αγωγής, τ.2, σ.σ. 169-176.
Μυλωνάς, Θ. (1996). Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης. Αθήνα: Αρμός.
Μυλωνάς, Θ.(1998). Κοινωνιολογία της ελληνικής εκπαίδευσης. Αθήνα: Gutenberg.
Παναγιωτόπουλος, Ν. (1996). Οι κληρονόμοι των Pierre Bourdieu, J.Cl Passeron. Αθήνα: Καρδαμίτσα.
Φραγκουδάκη, Ά. (1985). Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης. Αθήνα: Παπαζήση

Αφήστε ένα σχόλιο

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*