Η ώρα της αλήθειας έφτασε, ποιοί το συνειδητοποιούν;

Η ώρα της αλήθειας έφτασε, ποιοί το συνειδητοποιούν;

άρθρο του Γιάννου Γραμματίδη

Η εντεινόμενη σκλήρυνση της στάσης των δανειστών της χώρας αποτελεί αναμφισβήτητα έκφραση της γερμανικής επιρροής στην Ευρώπη πού εκφράζει όμως παράλληλα και τη γερμανική λογιστική αντίληψη περί της οικονομίας και τού ελληνικού προβλήματος. Σύμφωνα με τη λογική αυτή οι Έλληνες οφείλουν και είναι ανήκουστο, σύμφωνα επίσης και με την προτεσταντική ηθική, να μην εκπληρώνουν παράλληλα τις υποχρεώσεις τους ως αντισυμβαλλόμενοι και να θεωρούν ένα νόμιμα συμφωνηθέν χρέος ως επονείδιστο κι απεχθές ζητώντας κατ’ ελάχιστον την αναδιάρθρωση ή απομείωση του. Η λογική αυτή ενισχύεται ακόμα από την εξοργιστικά πολυτελή διαβίωση των Ελλήνων τις τελευταίες δεκαετίες με «ξένα κόλλυβα», από την δυνατότητά τους να επιβιώνουν σήμερα παρά τα δυσβάσταχτα σε βάρος τους βάρη ακόμα και χωρίς τραπεζικές καταθέσεις, από την δυνατότητά τους να συντηρούν ακίνητη περιουσία και να επιμένουν «να διατηρούν αμύθητες καταθέσεις σε τράπεζες τού εξωτερικού».

Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, καμία διευκόλυνση δεν μπορούμε να περιμένουμε σε οποιοδήποτε επίπεδο αφού το σχέδιο είναι οι Έλληνες να κάνουν «αυτό πού πρέπει» με κάθε θυσία. Εάν όμως αυτή επικρατήσει σαν κατεύθυνση, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι δεν θα επιτείνει μόνο την πτωχοποίηση της Ελλάδας, αλλά θα συντελέσει στον οικονομικό και κοινωνικό της αφανισμό αφού θα έχει σαν αποτέλεσμα την απώλεια της ιδιοκτησίας και τού ελέγχου τόσο των παγίων των ελληνικών επιχειρήσεων και του ελληνικού δημοσίου, όσο και της ιδιωτικής περιουσίας των Ελλήνων πολιτών. Η Ελλάδα τότε θα είναι μια χώρα κατοικούμενη από πολίτες ζόμπι (αυτό ήδη καταφαίνεται κι από την παθητική συμμόρφωση των πολιτών με κάθε νέο σε βάρος τους μέτρου) κατευθυνόμενους από τούς ξενόφερτους αφεντάδες τους. Θα επικρατήσει δε αυτή η κατεύθυνση εάν το πολιτικό προσωπικό της χώρας συνεχίσει να κινείται στον ίδιο δρόμο της υποτέλειας αποδεχόμενο περαιτέρω θυσίες τού Ελληνικού λαού τόσο για την δημοσιονομική σταθεροποίηση όσο και κυρίως για την εξυπηρέτηση τού δημόσιου χρέους πού, όμως, και τα δύο βυθίζουν στα τάρταρα κάθε προοπτική μελλοντικής ανάπτυξης.

Αντί, λοιπόν, λογικής επικρατεί τελευταία ο παραλογισμός με τις εντεινόμενες φήμες περί πρόωρων εκλογών. Ενώ είναι σαφές ότι μια τέτοια προοπτική θα ευνοούσε πολιτικά μόνον τον Τσίπρα πού θα βρισκόταν στη Βουλή ως αξιωματική αντιπολίτευση με μια ισχυρή ομάδα πραιτοριανών λόγω του καθεστώτος της ασταυρίας μέχρι τον ερχόμενο Μάρτιο και της βεβαιότητας σύντομα επαναληπτικών εκλογών με απλή αναλογική, όπως είναι επίσης βέβαιο ότι κάτι τέτοιο θα έβλαπτε σοβαρά τον τόπο. Μια κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ και Δημοκρατικής Συμπαράταξης θα είχε να αντιμετωπίσει επίσης την προπεριγραφείσα γερμανική λογική που δεν θα έκανε καμιά μα καμιά υποχώρηση που δεν θα μπορούσε να την δικαιολογήσει στους Γερμανούς πολίτες όταν μάλιστα η κυβέρνηση Τσίπρα (κατά γενική Ευρωπαϊκή αλλά και αμερικανική δημόσια ομολογία) άριστα και χωρίς πρόβλημα δεχόταν μέχρι τότε αμαχητί όλες τις απαιτήσεις των δανειστών. Το ίδιο ακριβώς θα συνέβαινε και με τούς λοιπούς Ευρωπαίους ηγέτες πού έτσι κι αλλιώς ακολουθούν πειθήνια τις γερμανικές θέσεις και μάλιστα και για τούς ίδιους προαναφερθέντες λόγους.

Συνεπώς η ΝΔ καλείται να εξηγήσει με τι ανταλλάγματα θα ζητήσει από τούς δανειστές μείωση των φορολογικών συντελεστών πού συνεπάγεται και μείωση των φορολογικών εσόδων. Μήπως με περαιτέρω συμμάζεμα των κρατικών δαπανών που ήδη σήμερα κρατά καθηλωμένα πυροσβεστικά κι αστυνομικά οχήματα, στρατιωτικά τανκς και μέσα μεταφοράς προσωπικού και υλικού (ιδιαίτερα ενόψει της έκρυθμης κατάστασης με την Τουρκία αλλά και την Αλβανία) και στερεί από τα αστυνομικά τμήματα και άλλες δημόσιες υπηρεσίες ακόμα και χαρτιού Α4 για ζωτικές ανάγκες τής λειτουργίας τους; Ας μη κοροϊδευόμαστε: σχέδιο η νέα συμπαράταξη δεν έχει (αφού ως συμπαράταξη θα πρέπει να δημιουργήσει κοινές θέσεις) και καλά θα κάνει να δανειστεί μία από τις παρακάτω λύσεις:
Η ΝΔ να προκαλέσει παρέμβαση τού Προέδρου τής Δημοκρατίας για τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας με Πρωθυπουργό εξωκοινοβουλευτική πολιτική προσωπικότητα χωρίς προηγούμενη πρωθυπουργική θητεία πού να έχει γνώση τής διεθνούς και ιδιαίτερα της Ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής και να χαίρει της εκτίμησης της. Σε μία τέτοια κυβέρνηση απαιτείται η τοποθέτηση δοκιμασμένων τεχνοκρατών στα καίρια παραγωγικά Υπουργεία ενώ η συμμετοχή πολιτικού προσωπικού σε άλλα να μην υπονομεύει το έργο τού βασικού κορμού της κυβέρνησης. Παράλληλα, μία τέτοια κυβέρνηση θα πρέπει να στηρίζεται σε ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία με την λευκή εντολή να σχεδιάσει, διαπραγματευθεί κι εκτελέσει ένα αποτελεσματικό σχέδιο εξόδου της χώρας από την κρίση πού στηρίζεται στους ακόλουθους άξονες: (α) άμεση επαναδιαπραγμάτευση τού δημόσιου χρέους με τούς δανειστές στη βάση σημαντικής επιμήκυνση των ωριμάνσεων και περιόδου χάριτος τουλάχιστον δεκαπενταετούς διάρκειας (το ΔΝΤ έχει προτείνει περίοδο χάριτος 40 ετών!) με κλειδωμένο επιτόκιο, (β) δραστική μείωση των φορολογικών συντελεστών στο 12,5% και σταθερό φορολογικό σύστημα για 15 χρόνια, δραστικά κι αμέσου εφαρμογής κίνητρα για την ανάληψη επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, την παροχή εγγυήσεων για την ακώλυτη λειτουργία ελληνικών και ξένων επενδύσεων, την γιγαντιαία αύξηση του ΠΔΕ για την εκτέλεση έργων υποδομών με αποτέλεσμα την δημιουργία χιλιάδων θέσεων εργασίας σε ολόκληρη τη χώρα, (γ) ολοκλήρωση κάθε απαραίτητης μεταρρύθμισης που να καθιστά ανταγωνιστική την Ελληνική οικονομία περιλαμβανομένης της μεταρρύθμισης στα εργασιακά, στην παιδεία και στην ασφάλιση με άμεση κατάργηση τού επαίσχυντου νόμου Κατρούγκαλου και μετά από εθνικό διάλογο με τους συνταξιούχους και κάθε άλλη εμπλεκόμενη παραγωγική τάξη και (δ) παροχή σημαντικών εθνικών εγγυήσεων στους δανειστές που θα εγγυώνται με συγκεκριμένη φόρμουλα υλοποίησης τα αποτελέσματα τού προτεινόμενου εθνικού σχεδίου ανάκαμψης. Οι πόροι για την υλοποίηση τού σχεδίου αυτού θα εξευρεθούν τόσο από την απόδοση των προτεινόμενων μέτρων στη βάση τής λογικής των δυναμικών ισοδυνάμων όσο κι από την καταβολή στη χώρα μας από τούς δανειστές προκαταβολικά τού ποσού των 32 δισ. Ευρώ πού έχουν ήδη συμφωνηθεί και δεν έχουν καταβληθεί μέχρι σήμερα. Βασικό εργαλείο στη νέα διαπραγμάτευση θα είναι η δυναμική μίας τέτοιας Ελληνικής κυβέρνησης και η μεταφορά των συζητήσεων στο επίπεδο των εθνικών κοινοβουλίων των δανειστών κρατών ώστε να μεταφερθεί το βάρος της συνεννόησης απευθείας στους Ευρωπαίους πολίτες, κάτι πού θα δημιουργούσε ευεργετικό άλλοθι και για τις Ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες.

Σε περίπτωση αποτυχίας μίας τέτοιας προσπάθειας η ίδια κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας θα πρέπει να έχει έτοιμο ένα σχέδιο Β’ πού θα προβλέπει προσωρινή έξοδο της Ελλάδας από την ζώνη τού Ευρώ για μια τουλάχιστον δεκαπενταετία με όρους όπως την εισαγωγή παράλληλου νομίσματος για τις εσωτερικές συναλλαγές, την εφαρμογή των ίδιων μέτρων πού περιγράφονται παραπάνω, την άμεση καταβολή τού ανωτέρω ποσού των 32 δις Ευρώ από την πλευρά των δανειστών, την επιμήκυνση των ωριμάνσεων τού ελληνικού δημόσιου χρέους, την συμφωνία περιόδου χάριτος εξυπηρέτησης τού χρέους επίσης δεκαπέντε ετών με κλειδωμένο επιτόκιο, τις λεπτομέρειες συνεργασίας της Ελλάδας με τις λοιπές χώρες της ζώνης τού Ευρώ και την παροχή εγγυήσεων για την διασφάλιση εφαρμογής των διεθνών συνθηκών και διατήρησης των εδαφικών μας συνόρων πού είναι κι ευρωπαϊκά σύνορα, την διαδικασία επανένταξης στη ζώνη τού Ευρώ, κ.α.

Τέλος, σε περίπτωση αποτυχίας κι αυτής της προσπάθειας – πού μόνο από κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας μπορεί να γίνει – ο Ελληνικός λαός πρέπει να είναι έτοιμος για μια ασύνταχτη έξοδο της χώρας από τη ζώνη του Ευρώ με ότι οδυνηρές συνέπειες αυτό μπορεί να έχει τόσο για την Ευρωπαϊκή της προοπτική όσο και για την διατήρηση των γεωπολιτικών της πλεονεκτημάτων και τέλος για την ευημερία τού λαού της.

Αν δεν γίνει τίποτε από όλα αυτά η χώρα με οποιαδήποτε κυβέρνηση θα σέρνεται στον ίδιο δρόμο τού οικονομικού και κοινωνικού μαρασμού και της υποτέλειας με εθνικούς κινδύνους να την απειλούν βάσιμα και με κίνδυνο στην εθνική της υπόσταση. Συνεπώς η ρήξη με το Ευρωπαϊκό πολιτικό κατεστημένο (προτιμότερα η δημιουργική ρήξη) φαίνεται αναπόφευκτη. Το πλεονέκτημα της πολιτικής της ρήξης το είχε (;) μέχρι σήμερα η ελληνική αριστερά. Όπως όμως συμβαίνει και σε ολόκληρη την Ευρώπη, μήπως πρέπει και οι συντηρητικές και φιλελεύθερες δυνάμεις στη χώρα μας να εξοικειωθούν με αυτή την προοπτική;

Αφήστε ένα σχόλιο

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*